Contempt (Jean-Luc Godard, France/Italy, 1963)

Το αναστοχαστικό και εν μέρει αποδομητικό υπόδειγμα στο σινεμά, όπως το εισήγαγε το γαλλικό New Wave, βρίσκει στα έργα του Godard και ειδικότερα στην «Περιφρόνηση», τη χρυσή τομή της πολιτικά ριζοσπαστικής κριτικής που επιχειρείται μέσα από μια φόρμα (κυρίως μπρεχτιανή), η οποία προκειμένου να είναι μεθοδολογικά αλλά και ιστορικά συνεπής με τον εαυτό της οφείλει να ακουμπήσει στον αστικό εστετισμό, αλλά και στον καταμερισμό της εργασίας, όπως όταν μας αποκαλύπτει τα σπλάχνα της η ταινία στην εξαίρετη εναρκτήρια σεκάνς.

Η αντιστοιχία της περιβόητης ρήσης του Göring «όποτε ακούω για πολιτισμό βγάζω το πιστόλι μου» την οποία προκειμένου να μη βιώσει μετανάστευσε στις ΗΠΑ ο Fritz Lang (ο οποίος εδώ παίζει τον εαυτό του), με αυτήν του Αμερικανού κινηματογραφικού παραγωγού Jeremy (τον οποίο υποδύεται αυτή η καταχθόνια μορφή που ακούει στο όνομα Jack Palance) «όποτε ακούω για πολιτισμό βγάζω το βιβλίο επιταγών μου», ναι μεν θα αποδείξει στον Lang την άλλη όψη του νομίσματος στην καριέρα του στις ΗΠΑ (όπου λογοκρίθηκαν φινάλε του τα οποία δε συμβάδιζαν με κάποια συμφιλίωση χαρακτήρων και καταστάσεων), φαντάζει επίκαιρη όμως ακόμα και σήμερα, διχως κάποια λογική συμψηφισμού φυσικά, λόγω της εκκωφαντικής περιφρόνησης και καταποντισμού του ‘πολιτισμού’ από τη λογική των ‘τσεκ’, στα κριτήρια στην τέχνη και την πολιτική ακόμα. Άλλωστε και η σύγχρονη σκαιά περιφρόνηση προς τους «κουλτουριάρηδες» δικαιώνει περίτρανα μέχρι σήμερα τον προβληματισμό του Godard.

mepris3

Έχοντας αυτό κατά νου, το ζεύγος των Paul (Michel Piccoli) και Camille (εμβληματική εδώ η Brigitte Bardot και αναστοχαστικά αυτή τη φορά [και όχι όπως στο «Ο Θεός Έπλασε τη Γυναίκα», προ-κριτικά δηλαδή] αντικείμενο του πόθου) –άψογοι και οι δύο στην αστική τους «καταγωγή»– βιώνουν την «Οδύσσεια» (η ταινία την οποία σκηνοθετεί ο Lang) κατά τη διάλυση του γάμου τους. Η πορεία προς την Ιθάκη δεν έχει μεν τις δοκιμασίες του Ομηρικού έπους, παρά μόνο τη διαρκή θραύση της επικοινωνίας, καθώς πάντα «κάποιος» μεταφράζει «κάτι» στο διεθνές καστ. Δεν έχει όμως και Ιθάκη, καθώς η έννοια του ‘οίκου’ συντρίβεται και για τους δυο μέσα στο είδωλο του μοντερνισμού (η κάμπριο Alfa Romeo), είδωλο το οποίο στη σύγκρουσή του με το βυτιοφόρο (με τις συνδηλώσεις του ως προς το «σύστημα») θα αποδειχθεί λαιμητόμος για τον παραγωγό-προαγωγό και την «κάθε» ξανθιά στάρλετ.

Μαζί λοιπόν με την γένεση της μάστιγας της «διεθνούς συμπαραγωγής» πεθαίνει και το «εθνικό σινεμά» σε μια φανταστική και φαντασιακή διαλεκτική ‘θανάτου’ του, με διεθνές καστ και την τρικολόρ παντού να θυμίζει τι σημαίνει ‘εθνικό’ ως προς τον πολιτισμικό πλούτο και τη γραφή απέναντι στη box office λογική. Υπό τα κενά και επιβληματικά βλέμματα των εκπροσώπων της επικής τέχνης, στα αγάλματα της Αθηνάς και του Ποσειδώνα, με το θείο μουσικό θέμα του Georges Delerue να υπογραμμίζει την αβάσταχτη μελαγχολία της ήττας, ατενίζουν στο φινάλε (!) οι συντελεστές της ταινίας τη Μεσόγειο από το αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα της βίλας Malaparte στο Capri, παραδίδοντας στην αιωνιότητα το «τέλος του σινεμά» και μαζί και της επιθυμίας (η αναφορά στον μεγάλο Bazin στην αρχή) της ουτοπίας στη φόρμα, άρα και στο περιεχόμενο. Αιώνιο έργο με απεριόριστη μετα-κριτική εμβέλεια!

Σπύρος Γάγγας, Οκτώβριος 2016.

Featured Image: http://cinemasparagus.blogspot.gr/2007/09/dangerous-thread-of-things.html

Text Image: http://www.reelgood.com.au/jean-luc-godard-contempt-1963/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s