Floating Weeds (Yasujirō Ozu, Japan, 1959)

Η απόσυρση της παραδοσιακής κοινωνίας σε αυτό το εξοχότατο έργο της ώριμης φάσης του Ozu συμβαδίζει με την παρακμή της ίδιας της τέχνης του ιαπωνικού θεάτρου. Ο θίασος που περιοδεύει στη πόλη αφήνεται και ίδιος στην παραπλανητική εικόνα που έχει πλάσει για αυτόν και για τον ίδιο ο πρωταγωνιστής και θιασάρχης Komajuro (μεγάλη στόφα ηθοποιού και καρατερίστας ο Ganjirô Nakamura). Όσο υπάρχουν ‘κορίτσια’ από τον συνοικιακό οίκο ανοχής που προσέρχονται στο θέατρο κάτι γίνεται από πλευράς κινήτρων για τους κομπάρσους που ιδρώνουν και ξεϊδρώνουν. Η πραγματική κατάσταση του παραπαίοντος θιάσου είναι ορατή όμως μόνο στη φιλενάδα του Komajuro, Sumiko (άλλη μια μεγάλη εμφάνιση από τη σπουδαία Machiko Kyô), πριν οι θεατές μειωθούν δραματικά και παύουν να πετάνε γλυκά στη σκηνή (ωραιότατη η εν λόγω σκηνή).

Παράλληλα, οι επισκέψεις του  Komajuro σε κάποιον υποτιθέμενο ιμπρεσάριο φανερώνουν την πολυετή σχέση του με μια γυναίκα με την οποία έχει αποκτήσει ένα γιό, ο οποίος γνωρίζει όλα αυτά τα χρόνια τον Komajuro ως ‘θείο’ του. Υποτυπώδης η πλοκή μεν αλλά η δράση και οι αποχρώσεις αυτού του μελό αποδίδονται με μια σκηνοθεσία όπου τη χαρακτηρίζουν ρυθμός που λικνίζεται σαν τα φύκια του τίτλου, κάδρα που καθηλώνουν με φροντίδα το καθένα διάρκειας γυρίσματος χολυγουντιανής ταινίας και χαρακτήρες που τους γνωρίζουμε καλά –‘πολύ ανθρώπινους’ στις ατέλειές και τα ολισθήματά τους!

floating-weeds_moc_pr-still-5

Απείρου κάλλους η σκηνή αναστοχασμού των ερωτευμένων νέων στο καρνάγιο με το χρώμα να ανορθώνει πλατωνικά τα καθημερινά αντικείμενα και τα πλάνα των πρωταγωνιστών από τη μέση και πάνω να αντιστρέφουν –όπως συμβαίνει συχνά στον Ozu– τη συμβατική φόρμα και απαράβατο κανόνα του mainstream σινεμά όπου όταν δύο χαρακτήρες μιλάνε μεταξύ τους και η κάμερα κόβει από τον ένα στον άλλο περιμένουμε να ακολουθηθεί η οπτική γωνία της πρωταρχικής διάταξης τους στον χώρο∙ κόβοντας όμως ο Ozu διαλύει αρμονικά αυτή τη συμβατική μορφή αναπαράστασης και έτσι η απάντηση του ηθοποιού απευθύνεται προς το πρόσωπο σε χώρο στον οποίο ο ίδιος βρισκόταν τοποθετημένος (αν περιμέναμε να απευθυνθεί σε κάποιον δεξιά του μιλάει σε αυτον στραμμένος προς τα αριστερά). Δεν νομίζω να υπάρχει άλλος καλλιτέχνης που να μπορεί να διαταρράξει τη θεμελιώδη εποπτική προσδοκία του θεατή, ακόμα και με τους ηθοποιούς να μιλάνε στη κάμερα, δίχως να εκπίπτει ο ρεαλισμός των καταστάσεων.

Ο ασύγκριτος Kazuo Miyagawa στη διεύθυνση φωτογραφίας διδάσκει πάλι το νεό ‘πλάνο εγκαθίδρυσης’ (του χώρου και του ιστορικο-κοινωνικού πλαισίου) με 3-4 αριστουργηματικές αρχικές ‘pillow shots’ που προαναγγέλουν τον αισθητικό θρίαμβο που θα ακολουθήσει για δύο ώρες. Κι όταν το δράμα κορυφώνεται (ασυνήθιστη για τον Ozu η δόση βίας αλλά και ερωτισμού) η εκτόνωσή του ακολουθεί στωικά με λεπτές επανορθωτικές κινήσεις σώματος και λόγου, ο δε πόνος χάνεται στον ορίζοντα όπως το νυχτερινό τραίνο με εκείνα τα δύο έντονα κόκκινα φώτα του τελευταίου βαγονιού να μας ‘κοιτούν’ κλητεύοντας μας να δούμε τον τεχνολογικό πολιτισμό ως δυνητικά χειραφετημένο από τη μονοσήμαντη εργαλειακότητά του: Το ξέρουμε ότι γίνεται διότι το μετέτρεψε σε πραγματικότητα το συγκλονιστικό σινεμά του Ozu.

Σπύρος Γάγγας, Οκτώβριος 2016.

Featured Image: http://www.davidbordwell.net/blog/2013/02/

Text Image: https://brookeandcaseyatthemovies.wordpress.com/2016/01/26/floating-weeds-1959/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s