The Rules of the Game (Jean Renoir, France, 1939)

Το μπουνιουελικό σύστημα άρσης των κανόνων, εφόσον αυτοί θεμελιώνονται σε στρεβλές (σε βαθμό σουρεαλισμού) κοινωνικές σχέσεις –ταξικές, κύρους ή ισχύος–βρίσκει σε αυτό το κωμικοτραγικό αριστούργημα ηθών του Renoir πανάξιο πρόδρομο αλλά και συνεχιστή αφού έχει ήδη προηγηθεί «Η Χρυσή Εποχή». Στους «Κανόνες του Παιχνιδιού» όμως το εικονοκλαστικό βιτριόλι ενός Buñuel έχει λειανθεί αφηγηματικά και η παρακμή της γαλλικής κοινωνίας αναπαριστάται δια της τεθλασμένης.

Στην έπαυλη της γαλλικής υπαίθρου του κόμη και της κόμισσας La Chesnaye οργανώνεται μια επιδεικτικά πολυτελής δεξίωση, η οποία τείνει προς την φυγόκεντρη ροπή που προξενείται από την ταξική διαστρωμάτωση και το άτακτο ανακάτωμα αριστοκρατίας, υπηρετικού προσωπικού και καλεσμένων με διάχυτη την σεξουαλική ορμή να τέμνει τις κοινωνικές κατηγορίες. Η λογική της καρδιάς, όσο και ευγενείς να είναι οι χτύποι της, όπως στην περίπτωση της κόμισσας δεν μπορεί να δραπετεύσει από το μικροσύστημα το οποίο τίθεται στην ιεραρχία της γαλλικής κοινωνίας. Ακολουθώντας τη μοίρα και των υπόλοιπων χαρακτήρων θα εγκλωβιστεί στη δεσμευτικότητα των κανόνων της ελιτίστικης κοινωνικής ομάδας, η οποία έχει αποτραβηχτεί από το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο και μέσω αυστηρών κανόνων συμπεριφοράς θέτει σε κίνηση τις ορμές της, τα πάθη της, την υποκρισία της, με λίγα λόγια, δηλαδή, την ίδια της την υπερβολή.

Ο Renoir γνωρίζει μέσα-έξω τη γαλλική αριστοκρατία: τα φετίχ της, την αδιαλλαξία της, τους μύχιους πόθους της και την καλλιγραφική αλλά ηθικά ανορθόγραφη αισθητική της. Άλλωστε, η περίφημη σκηνή του κυνηγιού, πέρα από την ανατριχιαστική βία που τη συνοδεύει προαναγγέλλοντας το βαρύ θανατικό που θα σπείρει ο πόλεμος που ξημερώνει, υπογραμμίζει εμφατικά και με τη πρέπουσα αφαιρετική ματιά την αναντιστοιχία της ηθικής με την αριστοκρατική αισθητική.

regle_du_jeu_4

Ως γνώστης των κοινωνικών ζητημάτων και ως ρεαλιστής, κατά κάποιο τρόπο, ο Renoir σκιαγραφεί μια εργατική τάξη σε μαύρα χάλια. Όχι ως προς τη στέρηση της αλλά ως προς τις συνέπειες της αλλοτριωμένης εργασίας στην οποία ο Marx –και όχι οι ηθικολόγοι που εκστομίζουν ασυναρτησίες στο όνομα του «λαού»– συμπεριέλαβε, πλην των εργασιακών συνθηκών, την ηθική αλλοτρίωση των προλετάριων. Έτσι, δίχως ίχνος υποκρισίας εκ μέρους Renoir, οι τρεις υπηρέτες είναι συνάμα και φορείς φθόνου, κουτοπονηριάς, τακτικισμών, τσαπατσουλιάς και αντισημιτισμού. (Έξοχος και ξεκαρδιστικός ο Gaston Monod [άλλος σύνδεσμος με τον Buñuel] ως Schumacher στο υπηρετικό προσωπικό.) Επιπλέον, θαυμαστή σε εκτέλεση η συμμετρική προσέγγιση και ως προς τις ειλικρινείς προθέσεις όλων των χαρακτήρων, ανεξάρτητα από ταξική προέλευση. Ως εκ τούτου, σε ένα ιεραρχικό σύμπαν οι ειλικρινείς προθέσεις διαλύονται από τους «κανόνες».

Υπονομεύοντας διαρκώς τους κανόνες στην παράδοση του Marivaux ή ενός Alfred de Musset, o Renoir εκτοξεύει ομοβροντίες κυνισμού και ηδονισμού με άφθονα γκαγκ σε αυτό το μυθικό έργο όπου όταν το παιχνίδι είναι ‘κανονισμένο’ οι κανόνες μετατρέπονται σε (μακάβριο) παιχνίδι: Ας αρχίσει ο πόλεμος!

Σπύρος Γάγγας, Οκτώβριος 2016.

Featured Image: https://whitecitycinema.com/2011/07/07/the-poetic-realism-of-jean-renoir/

Text Image: http://www.filmsdefrance.com/Best_French_Films_Ever.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s