The Travelling Players (Theo Angelopoulos, Greece, 1975)

«Ο Θίασος» εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα πολιτιστικών και πολιτικών θεμάτων: φολκλορική ποίηση με τη Γκόλφω τη Βοσκοπούλα, θεάτρο σκιών Καραγκιόζη, Ναζιστική κατοχή με αποσπάσματα και απαγχονισμούς, Δεκεμβριανά, πολιτική σύγκρουση Δεξιάς και Αριστεράς στο φόντο του Εμφυλίου και με τις Βρετανικές δυνάμεις στη χώρα, μέχρι και την Ορέστεια, η οποία και διαπερνά την κοπιώδη αφηγηματική έκθεση των ιστορικών ψηφίδων.

Το συλλογικό υποκείμενο που έχει υποσκελίσει το ατομικό στο έργο του Αγγελόπουλου προέρχεται από έργα του Bertolucci αλλά κυρίως από ταινίες του μεγάλου Μαγυάρου Jancsó, ο οποίος ακόμα και σήμερα παραμένει ανυπέρβλητος ως προς το φιλμάρισμα του συλλογικού ‘προσώπου’ της Ιστορίας. Όπως και ο Jancsó αλλά και ο Mizoguchi –άλλη επιρροή αυτή– ο Αγγελόπουλος επιλέγει τα μαρκρόσυρτα πλάνα ως τεχνική αποδραματοποίησης στα όρια (ίσως και κάποιες φορές πέρα από αυτά) μιας αφαίρεσης που φέρει ομοιότητες και με τη ζεν αισθητική –αυτή τη φορά στα χωριά της Ηπείρου, στη Λαμία, το Αίγιο ή την παραλία του Σχινιά.

Δείγμα της μεγάλης βιρτουοζιτέ του Αγγελόπουλου, η καλύτερη σκηνή στο σχεδόν τετράωρο ταπισερί της ελληνικής ιστορίας από το 1939 έως το 1952 είναι αυτή στο καφενείο την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1946, όπου η σύγκρουση δωσιλόγων, βασιλοφρόνων και φασιστών με τους δημοκράτες και αριστερούς, πραγματοποιείται μέσω αντιπαράθεσης τραγουδιών και εμβατηρίων. Η σχηματική αντιπαραβολή των δύο ‘στρατοπέδων’ με τους φασίστες να είναι όλοι άντρες και σκουροντυμένοι απέναντι στα νεαρά ζευγαράκια της ‘ζωής’, όχι μόνο δεν είναι ελαττωματική, αλλά απογειώνει αυτό το εννιάλεπτο πλάνο σε μια από τις κορυφαίες σκηνές στην ιστορία του σινεμά. Μόνο ένας εμπνευσμένος δημιουργός θα μπορούσε να συνθέσει τις αντίστοιχες μορφές της φασιστικής Ιταλίας ενός Bertolucci, ενός Jancsó (η απειλή με το ρεβόλβερ) και να κάνει μνεία αλλά και να ‘φέρει τούμπα’ την αρχετυπική μονομαχία των γουέστερν (ειδικά του John Ford), υπό το βλέμμα μιας απερχόμενης Ιστορίας (η Εύα Κοταμανίδου, παγερή παρατηρήτρια του γίγνεσθαι, θρηνούσα επίσης, ως Ηλέκτρα, τη δολοφονία του Ορέστη–αντάρτη [η σκηνή της σωρού του με τη μαυροντυμένη Ηλέκτρα είναι, νομίζω, νεύμα στον σπουδαίο σκηνοθέτη και μαρξιστή Francesco Rosi]).

thiassos2

Η πανέμορφη κάμερα του Γιώργου Αρβανίτη προσφέρει απλόχερα και με βραδύτητα τον ρου της ιστορίας, καθώς το μπουλούκι περιφέρεται από γωνιά σε γωνιά της Ελλάδας, και η ωραιότατη μουσική του Λουκιανού Κηλαηδόνη με το διονυσιακό μοτίβο «γιαξεμπόρε» αναζωογονεί καρδιές, ως αναλαμπή στα μελανά τεκταινόμενα, με τον θίασο στη χιονισμένη πλαγιά να διαλαλεί το έργο του και χορεύοντας στους ήχους του ακορντεόν με ιαχές σαν των Ινδιάνων να τραγουδά:

«Δε μου λέτε –γιαξεμπόρε–, βρε κορίτσια –γιαξεμπόρε,

που θα πάμε; –γιαξεμπόρε–, τι θα δούμε; –γιαξεμπόρε.

Πως μ’ αρέσουν –γιαξεμπόρε–, τα κορίτσια –γιαξεμπόρε,

λίγο μπούτι –γιαξεμπόρε–, λίγο στήθος –γιαξεμπόρε.

Ένα κι ένα κάνουν δύο και το βράδυ στις οκτώ,

ραντεβού στο καφενείο για ένα έργο διαλεχτό.

Τέτοια χείλια, τέτοια μάτια και κορμάκια τραγανά,

τέτοια όμορφη πραμάτεια, δε θα βρείτε πουθενά.»

Μνημείο του παγκόσμιου σινεμά!

Σπύρος Γάγγας, Νοέμβριος 2016.

Featured Image:http://www.curzonartificialeye.com/the-travelling-players/

Text Image: https://www.youtube.com/watch?v=PIDl_0mKqAg

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s