La Belle et la Bête (Jean Cocteau, France, 1946)

Το ονειρικό «Η Πεντάμορφη και το Τέρας», εβδομήντα χρόνια μετά την προβολή του, συνεχίζει να θέτει το μέτρο σύγκρισης ως προς την πίστη του δημιουργού στην εικόνα και τη μαγεία την οποία το τέρας της τεχνολογίας μπορεί να απελευθερώσει. Η σκηνή των τίτλων αποδομεί αρκετά πρωτοποριακά για την εποχή του το ζήτημα της πλαισίωσης του «μαγικού» ή του παραμυθιού με τρόπο όμως που σέβεται αυτό το οποίο αντιπροσωπεύει το πλαίσιο, το οποίο, σε αντίθεση με επιδερμικές ιδέες περί αδιαμεσολάβητου κάλλους, μετατρέπει το Τέρας της πραγματικότητας σε αντικείμενο καλλιτεχνικής οπτασίας και με αυτόν τον τρόπο διεισδύει στις πραγματικές δυνατότητες της πραγματικότητας∙ ως μη πλαισιωμένη αυτή μοιάζει περισσότερο με τις ματαιόδοξες και ζηλόφθονες αδελφές παρά με το Τέρας. Πως το πράττει αυτό ο Cocteau; Το «μια φορά και έναν καιρό», αυτό το θεμελιώδες πλαίσιο εξορθολογισμένης και εξευγενισμένης δεσμίδας επικοινωνίας με το μαγικό και τη φαντασία, αποδομείται όταν οι δύο βασικοί ηθοποιοί –ο Jean Marais και η Josette Day–σβήνουν με τον σπόγγο τα ονόματά τους από τον μαυροπίνακα στον οποίο τα γράφει ο Cocteau. Η αυτοπαρατήρηση εδώ του παρατηρητή-δημιουργού θα καμφθεί αμέσως, καθώς η μαγεία της απαράμιλλης ατμόσφαιρας που πλάθει με το φως και την σκιά η κάμερα του Henri Alekan, θα εξαλείψει την αναστοχαστική χειρονομία του δημιουργού και θα υπογραμμίζει την τέχνη ως τέχνασμα μεν ως υπέρβασή του δε, εφόσον το τέχνασμα δεν λειτουργεί μόνο του αλλά νοηματοδοτείται από την πίστη του δημιουργού στην πραγματικότητα και το αντίκτυπο της αισθητικής εμπειρίας. Ομολογία πίστης στις εικόνες λοιπόν το παραμυθένιο αριστούργημα του Cocteau, απόλυτα πιστευτό μέσα από το στυλιζάρισμα από κάποιον που παίρνει όσο το δυνατόν πιο σοβαρά μπορεί το παραμύθι της Jeanne-Marie Leprince de Beaumont (1757) [νομίζω αυτήν μιμείται στη σκηνή του καθρεπτίσματος της μιας αδελφής ο Cocteau] με την προσμονή που υπόσχεται το «μια φορά κι έναν καιρό» να έχει τεθεί μεν ειλικρινώς ως τέχνασμα αλλά την ονειρική ατμόσφαιρα με την σχηματική υποκριτική που αρμόζει στους χαρακτήρες ενός τέτοιου παραμυθιού, επίσης ειλικρινώς, να κυριεύει σε κάθε πλάνο και να διανοίγει, όπως οι πύλες και οι θύρες του κάστρου, πολλαπλά επίπεδα στο ασυνείδητο.

Η ιστορία, με κάποια παραλλαγή από τον Cocteau, λίγο ως πολύ γνωστή. Ο πατέρας με τις τρεις κόρες, εκ των οποίων οι δύο κενόδοξες και φθονερές, χάνεται στο δάσος ψάχνοντας ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο, στην προσπάθειά του να πραγματοποιήσει την επιθυμία της  άλλης κόρης του, της «Belle». Πίσω από τη πλάτη του συνωμοτεί ο γιός του με ρηχό παρατηρητή τον αγαπητικό της «Belle» Avenant. Στα χέρια του «Τέρατος» ο πατέρας, απελευθερώνεται από την «θυσία» της «Belle» η οποία και παίρνει τη θέση του, αιχμάλωτη στον μεγαλοπρεπή πύργο (έργο τέχνης η καλλιτεχνική διεύθυνση από μόνη της).

belle_bete_3

Ο Cocteau φροντίζει να επεξεργαστεί το σουρεαλιστικό πλαίσιο με ψυχολογικά ρεαλιστικό τρόπο στις άφθονες μαγικές στιγμές (οι πυρσοί που κρέμονται στους τοίχους από ανθρώπινους βραχίονες, ο θύρες και τα περάσματα σε άλλες, ζοφερές, ως προς την ανορθολογικότητά τους, φωτεινές όμως στη ρεαλιστική επίδρασή τους εκφάνσεις του ασυνείδητου, ο μαγικός καθρέφτης). Οι ερωτικές και σεξουαλικές συνδηλώσεις τρόμου/έκστασης της Belle στην παρουσία του Τέρατος (πόσο ορθή η κινηματογραφική «ανάγνωση» του Borowczyk στο τολμηρό κομψοτέχνημα La Bête!) –το οποίο με τα μεικτά του ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και παρά την κτηνώδη του όψη αποτελεί σύνθεση των σημαντικών «ανδρών» στη ζωή της «Belle» ως αντεστραμμένη τους απεικόνιση– προσδίδουν ένα αμάλγαμα ερωτικής επιθυμίας (μεταμφιεσμένη ως συμπόνοια), αγάπης και ζωώδους υπόστασης (ποιητική και συμπονετική η στιγμή όπου το Τέρας ξεδιψά ως κτήνος στη λίμνη), ξεκλειδώνοντας αργά αργά τις δύο καρδιές, όπως το μαγικό κλειδί, ένα από τα αντικείμενα-κλειδιά στη διαμεσολάβηση των δύο άκρων.

Τα δύο πρωταρχικά άκρα στην κοινωνικά «κωδικοποποιημένη» διάκριση «ομορφιάς» – «ασχήμιας» φαίνεται να αναδιπλασιάζει ο Cocteau, όχι όμως μόνο στο επίπεδο της εξωτερικής ασχήμιας και της εσωτερικής ομορφιάς και της αντιστροφής του στις αδελφές με τις δηλητηριασμένες ψυχές (υπέροχη η σκηνή μεταμόρφωσης του μαργαριταρένιου περιδέραιου σε ευτελές κομποσκοίνι). Ο αναδιπλασιασμός αφορά μάλλον και στην κατάφαση του «κτηνώδους» όχι μόνο στον τρόπο με τον οποίο μεταμορφώνεται σε πρίγκηπα το «Τέρας» και σε «Τέρας» ο Avenant, αλλά και στην ίδια ίσως τη «Belle» και στην πραγματική της, σαρκική, έλξη από το «Τέρας». (Εντελώς ιδιοφυής η σκηνή προκαταβολής της διαμεσολάβησης του «Τέρατος» με την «Belle» όταν έλκονται ο ένας από τον άλλο στα τείχη του κάστρου με το αγαλματένιο ελάφι ανάμεσά τους –πρώιμη «ανακοίνωση» του ρόλου της αγαλματένιας Αρτέμιδος στην πλοκή).

Απαστράπτον όπως ο μανδύας του Τέρατος σε κάθε κάδρο, το «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» ηδονίζει την ψυχή και δρα συμφιλιωτικά ως προς την επίγνωση του «τέρατος» της πλάνης της «αφηρημένης σκέψης» η οποία βλέπει στο «Τέρας» μόνο το «Κτήνος» δίχως να αφαιρεί προς την «ομορφιά» που κρύβει και η κτηνώδης διάσταση, πριν αυτή στιγματιστεί ως αποκλειστικά τέτοια, άρα ως βέβηλη και αποκρουστική. Κρυστάλλινο παραμύθι ψυχολογικών και «πολιτικών» διαστάσεων που λαμπυρίζει αιώνια!

Σπύρος Γάγγας, Νοέμβριος 2016.

Featured Image:     http://www.allocine.fr/video/player_gen_cmedia=19537834&cfilm=772.html

Text Image: https://claudialucia-malibrairie.blogspot.gr/2012/04/un-livreun-film-madame-le-prince-de.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s