Knifer (Yiannis Economides, Greece/Cyprus, 2010)

Ως κινηματογραφικός «μαχαιροβγάλτης» ο Γιάννης Οικονομίδης ξεριζώνει ανηλεώς τα σωθικά της ελληνικής επαρχίας με αυτή την βιτριολική ταινία, είτε στη γεωγραφική της βάση, είτε στην αναπαραγωγή της και επιμονή της, πέρα από φτιασιδώματα, στο κλεινόν άστυ.

Ο Νίκος, η επιτομή της μετριότητας, εργάζεται στο εργοστάσιο λιγνίτη στη Πτολεμαΐδα. Ο θάνατος του κατάκοιτου πατέρα του τον φέρνει αντιμέτωπο με την πρόσκληση-πρόκληση να μετακομίσει στην Αθήνα και να δουλέψει για τον «αγριάνθρωπο» θείο του, ως φύλακας-άγγελος των δύο ντόμπερμαν του τελευταίου. Ο Αλέκος Ευτυχίδης (!), ιδιοκτήτης συνοικιακής κάβας και παντρεμένος με τη Γωγώ έχει ήδη βουλιάξει στον μικροαστικό επαρχιωτισμό που μαστίζει την υποβαθμισμένη περιοχή όπου ζει σε ένα από τα πολλά αυθαίρετα. Το σπίτι τους «προδιορίζεται» από τα κλουβιά των σκύλων κι έτσι, όταν ο Νίκος εγκαθίσταται στη γκαρσονιέρα στο υπόγειο, δεν εκπλήσσει η βωμολοχία μεταξύ των τριών τους η οποία στη ζωώδη της εκφορά συνδηλώνει και τη ρήξη με την ανθρωπολογική ιεραρχία. Σκυλίσια ζωή λοιπόν και για τους τρεις αφού ο καθένας λυσσάει να βγει από το κλουβί του.

Βομβαρδισμένος από τη συζήτηση καφενείου (φανταστικό τερατούργημα σχετικισμού και δογματισμού μαζί) είτε για την καλύτερη μπάλα που «παίξαμε» ως ΑΕΚ (αρχετυπική η σχέση με το συλλογικό εμείς και το επιδερμικό ανήκειν), είτε για το ζύγι συνεισφοράς του Καζαντζίδη ή του Bob Marley στο μουσικό στερέωμα, ο Νίκος δεν έχει και ο ίδιος πολλές άμυνες. Το κακέκτυπο κουνγκ φου που εξασκεί μονάχος του αποτελεί και φαντασιακή άμυνα ελάχιστης αυτοεκτίμησης, για κάποιον  που «σκοτώνει» το χρόνο του, ακόμα και στο προσκέφαλο του ασθμένοντος πατέρα, τρώγοντας ηλιόσπορους. Όταν ο αθυρόστομος και βρούτος θείος θα γρονθοκοπηθεί βάναυσα για «τρέχοντες λογαριασμούς» από άλλα θρασίμια της περιοχής, τότε θα παρθεί και η «απόφαση» ενηλικίωσης του Νίκου και του απεγκλωβισμού του από τον «πατερναλιστή» θείο. (Διάλογος που σπάει κόκκαλα στο νοσοκομείο.) Η φροϋδιανή όμως «σφαγή» του «πατρός» θα δρομολογηθεί μεν, αφού του αφαιρεθεί πρώτα και η γυναίκα∙  η χειραφέτηση, ωστόσο, θα πραγματοποιηθεί μόνο κατά το ήμισυ. Ο «οίκος» τον οποίο οραματίζονται όλοι (ακόμα και ο χαμερπής Αλέκος –ιλαροτραγική η στιχομυθία του με τη Γωγώ περί τεκνοποίησης στο βραδινό τραπέζι) θα καλλωπιστεί κάπως, από τη μια «κινηματογραφική» στιγμή στην άλλη, από τα μπάζα και την αφροντισιά στο φρεσκοξυρισμένο και αφράτο πρόσωπό του Νίκου, στη φουσκωτή πισίνα, στη δορυφορική κεραία και στα φυτά κήπου, καλλωπισμοί που δεν θα αλλάξουν την πικρή αλήθεια για την επίπλαστη κοινωνική «ανέλιξη», αλλά όχι «εξέλιξη»  του ζευγαριού, με τους ρόλους θύτη-θύματος, αφεντικού-κτήνους, αντεστραμμένους.

knifer

Το «πνεύμα» της επαρχίας και του συσσωρευμένου θυμού καταγράφεται σαν από ακριβή παλμογράφο από τον Οικονομίδη (εξαιρετική η πινελιά με τη λογομαχία του Γιώργου με τη διαχειρίστρια ως προς την τεράστια αδυναμία διαχείρησης από ένα ολόκληρο έθνος του βασικού προϋπολογισμού και διοίκησης των κοινών που συνοψίζεται στην ασυνεννοησία και «τοπικισμό» των διαμερισμάτων κάθε πολυκατοικίας) και κορυφώνεται στη παρακμιακή και θλιβερή σκηνή κακοποίησης μιας γυναίκας από τον θηριώδη μεθύστακα φίλο της. Η ανάμεικτη ταξινόμηση «ανθρώπου-ζώου» στην αιμομεικτική συμβίωση στην «επαρχία»  δεν θα γλυτώσει το Νίκο από τον πειρασμό συνθλιβής της ανήμπορης γυναίκας και ο πανταχού παρών «τσαμπουκάς» που θεριεύει το «εγώ» κατά τη μέθη θα αποτυπωθεί στην παρολίγο συμπλοκή του Νίκου και το κομπλεξαρισμένο του κουνγκ φου με τις «χωριάτικες» του αρσενικού κήτους.

Ο Νίκος όμως δεν θα αποβάλλει ποτέ του το πρωτόγονο κτήνος, παρά τη σύντομη αναλαμπή και το χρώμα που βάζει στη ψυχή του η τέχνη –μια «Γκόλφω», μηχανική, που «κλαίει» την Ελλάδα–, καθώς θα αναδιπλασιάζεται πάντα ο «θείος», όπως στην ευρηματική σκηνή με τον κλοσάρ στο πάρκο. Παρά το λούστρο της, η «αφασία» του Νίκου θα γίνει πλέον θεσμοθετημένη πρακτική σε αυτή την σκοτεινή και πολύ ευχάριστη έκπληξη του σύγχρονου ελληνικού σινεμά, όπου πέρα από την σφιχτή υποκριτική τριάδα (πολύ καλός ο Σταμουλακάκος οργισμένο «μηδενικό», κλάση η Καλλιμάνη ως πονετικά παρατημένη αλλά «μάγκισσα» Γωγώ και χαρακτήρας ανθολόγιου αυτός του θείου όπως τον ενσαρκώνει  ο Βαγγέλης Μουρίκης) η εξαίρετη ασπρόμαυρη φωτογραφία μαζί με το λιτό και «αγριεμένο» σενάριο θα σκάσουν με πάταγο στο συλλογικό ασυνείδητο του «μέσου» Έλληνα, γρυλλίζοντας και κατασπαράσσοντας ό,τι έχει απομείνει από τη νεοελληνική μικροαστική μέθη και Ύβρη!

Σπύρος Γάγγας, Δεκέμβριος 2016.

Featured Image: http://www.athinorama.gr/cinema/movie/maxairobgaltis-10001345.html

Text Image: http://www.athinorama.gr/cinema/movie/maxairobgaltis-10001345.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s