The White Ribbon (Michael Haneke, Austria/Germany, 2009)

Αντιστροφή της «αγαπημένης» θεματολογίας του Haneke με την απρόσμενη, ανεξήγητη και αναπόδραστη εισβολή του «Κακού» στα κλειστά συστήματα αλληλεγγύης, όπως είναι κυρίως οι οικογένεια και η κατοικία, αλλά και η κοινότητα να αλλάζει φορά και να εκχέετεαι στην υφήλιο. Στη «Λευκή Κορδέλα» ο «εχθρός» κατοικεί ήδη στην κοινότητα και εκτελεί διπλή αποστολή: Ναι μεν απεργάζεται σχέδια υπονόμευσης της εσωτερικής ειρήνης, κατασκευάζει, ωστόσο, τη «δυναμίτιδα» που θα εκτοξεύσει από το πουθενά την πρώτη παγκόσμιας κλίμακας σφαγή στος αρχές του 20ου αιώνα. Το «πουθενά» λοιπόν ως παράδοξος χώρος επώασης του Κακού είναι ίσως το ζητούμενο στην κάπως υπερεκτιμημένη μεν αλλά σίγουρα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δε και με πολλά προτερήματα ασπρόμαυρη ταινία του Haneke.

Στο μικρό χωριό Eichwald (αμέσως σχολιάστηκε η ονομασία του φανταστικού χωριού ως σύνθεση των Eichmann-Buchenwald) ο νεαρός δάσκαλος-αφηγητής ανατρέχει σε κάποια περίεργα γεγονότα τα οποία διατάραξαν την υποτιθέμενη κοινοτική «αλληλεγγύη». Το περιστατικό σοβαρού τραυματισμού του γιατρού της πόλης μέ το σύρμα που έχει τοποθετηθεί ανάμεσα από δύο δέντρα και προκαλεί την πτώση αλόγου και αναβάτη δημιουργεί τη «μαύρη τρύπα» του Κακού την οποία το περιβραχιόνιο της «Λευκής Κορδέλας» στα παιδιά που δεν πειθαρχούν θα κληθεί να ελέγξει. Αντίστοιχα περιστατικά είχαν απασχολήσει και την κοινωνική θεωρία των αρχών του 20ου αιώνα στη Γερμανία όπου τέτοια γεγονότα καθόλου δεν σπάνιζαν. Το συμπέρασμα όμως που προκύπτει τόσο από τα πραγματικά γεγονότα της εποχής όσο και από τη μυθοπλασία της ταινίας οδεύει προς την αόρατη φύση του Κακού ως «ressentiment». Η μνησικακία, ο φθόνος και το συγκαλυμμένο μίσος προς τις πάσης φύσης ανισότητες και μειονεκτικές συνέπειες για την ταυτότητα δημιουργούν το μείγμα οργής που καμία κοινοτική ή αστεακή αλληλεγγύη δεν μπορεί να αποβάλλει.

white_ribbon_lg

Έτσι κι εδώ: Πλανάται παντού η αύρα μιας λανθάνουσας εκδικητικότητας την οποία οι κοινοτικές τελετουργίες, όπως το πανηγύρι του γαιοκτήμονα ή η σύναξη στην εκκλησία δεν μπορούν να κατευνάσουν πόσο μάλλον να εξαλείψουν. Οι οικογένειες, και η κεφαλή τους ειδικά αν μάλιστα κατέχει και συμβολική εξουσία (ο πάστορας), είναι δοχεία καλλιέργειας της συσσωρευμένης οργής αλλά και της εκδικητικής απόδοσης δικαιοσύνης στα παραπτώματα που τα παιδιά αδυνατούν να ομολογήσουν  ή και να αποτρέψουν. Οι «αδύναμοι» λοιπόν (εκκολαπτόμενοι «Ναζί») επιδίδονται σε πράξεις που προκαλούν πόνο όχι μόνο στους ισχυρότερους –έτσι, δίχως συγκεκριμένο «πολιτικό» ή «κοινωνικό» στόχο– αλλά και προς τους πιο αδύναμους (στο ζώο, ή στο παιδί του χωριού με σύνδρομο Down). Και ως σύμβολο-αίτημα αθωότητας η λευκή κορδέλα θα λάβει αργότερα έντονο χρώμα και πολιτικό συμβολισμό ως συλλογική εκδικητικότητα μέσα από την πιό μπανάλ εκδοχή μεταφοράς της αιτίας της δυστυχίας σε εξωτερικά ως προς την «κοινότητα»-Γερμανία κίνητρα. Εδώ, ίσως, ολισθαίνει η σπουδαία αυτή ταινία στον κίνδυνο εγκλωβισμού της στο νεφέλωμα της απροσδιοριστίας του Κακού, αφού αποσύρεται από το να διερευνήσει πιο συγκεκριμένες αιτίες άνθησής του, πλην της συσσωρευμένης οργής όσων έχουν υποφέρει και όσων γαλουχούνται στη σιωπηλή μαρτυρία όσων καταστρεπτικών γεγονότων εκτυλίσσονται δίπλα τους, δίχως να μπορούν να δράσουν. Αυτή η ανοιχτότητα στην ερμηνεία καθιστά και την ταινία δημιουργικά ενοχλητική (και ηθικά ευάλωτη), καθότι η εικόνα των παιδιών ως ξενιστών του Κακού συνάδει με αυτή την οποία τα ίδια τα παιδιά, ως οπαδοί του εθνικοσοσιαλισμού αργότερα, θα αντιμετωπίσουν τα εβραιόπουλα με άλλες κορδέλες τότε.

Ο τυφώνας του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου που θα ανακοινωθεί στα τελευταία λεπτά της ταινίας θα γίνει, εικάζουμε, δεκτός με αλαλαγμούς και συλλογική μέθη ξεπλένοντας με αμέτρητους τόνους αίματος τα μύρια και μύχια ψήγματα κακού που δηλητηρίασαν στην πυώδη τους ενηληκίωση ένα ολόκληρο έθνος. Κινηματογραφημένο σε θαυμάσιο ασπρόμαυρο και με υποβλητική ατμοσφαίρα να υπογραμμίζει όσο πρέπει την «καθημερινή» μεταφυσική του Κακού, «Η Λευκή Κορδέλα» ρισκάρει μεν την «ηθική» της θέση αφού διατηρεί κάτι από τη δειλία των χωρικών, το πράττει όμως με τρόπο που θέτει αμείλικτα ερωτήματα μεταφέροντας τον θεατή στο ίδιο το κατεστραμμένο πρωταρχικό κοινωνικό κύτταρο και τις διαλυτικές του τάσεις.

Σπύρος Γάγγας, Ιανουάριος 2017.

Featured Image: http://www.austrianfilms.com/news/en/michael_haneke_the_white_ribbon__interview

Text Image: http://www.cfi-icf.ca/index.php?option=com_cfi&task=showscreening&id=355&Itemid=488

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s