The Sacrifice (Andrei Tarkovsky, Sweden, 1986)

Σπουδή πάνω στην ίδια την κινηματογραφική σπουδή του υπερβατικού φιλτραρισμένη μέσα από ισχυρότατες παραδόσεις του είδους (Bergman, Dreyer, Mizoguchi), «Η Θυσία» συνεχίζει την «κριτική πολιτισμού» όπως αυτή διατυπώθηκε στη θαυμάσια «Νοσταλγία».

Δεν είναι τόσο οι σημαντικοί, αλλά αποσπασματικοί, φιλοσοφικοί στοχασμοί που καθηλώνουν, όσο η αέρινη κίνηση της κάμερας η οποία τους πλαισιώνει στα αρχοντικά πλάνα-σεκάνς. Η πρώτη εικόνα που βλέπουμε είναι αυτή του ημιτελούς πίνακα του Da Vinci «Η Προσκύνηση των Μάγων» (1481/1482). Η μετάβαση από το καρπισμένο δέντρο στην άνω πλευρά του υπέροχου πίνακα μοντάρεται με το μακρινό πλάνο στον Alexander (τεράστια κλάση ο Erland Josephson) όπου φυτεύει σχεδόν στο πουθενά ένα απογυμνωμένο γιαπωνέζικο δέντρο και διηγείται στον μικρό εγγονό του την ιστορία ενός ορθόδοξου μοναχού ο οποίος πότιζε καθημερινά και αγγόγυστα ένα αντιστοιχο δέντρο σε βραχώδες βουνίσιο έδαφος, έως τη στιγμή που αυτό άνθισε! Ο Tarkovsky κάνει ταπεινή επίδειξη δύναμης (είναι εφικτή η αντίφαση εδώ) με ένα εντυπωσιακότατο πλάνο-σεκάνς διάρκειας 9.30 λεπτών (!), με τα πανοραμικ της κάμερας να αποκαλύπτουν με υποδειγματικό ρυθμό τα ανθισμένα σε σχήμα μπονσάι δενδρύλλια και να καταγράφουν την είσοδο στο κάδρο του «ταχυδρόμου» Otto. Αυτός θα μιλήσει με τον Alexander για τον αθεϊσμό του τελευταίου αλλά και την αινιγματική «αιώνια επαναφορά του ιδίου» στον Nietzsche.

Η ζεν αισθητική της ταινίας στο μπεργκμανικό πλαίσιο (φυσικό και κοινωνικό) δένει με την ορθοδοξία και τη βυζαντινή αγιογραφία∙ υπογραμμίζει δε το αντίβαρο στην έπαρση του ηθοποιού ή του επιστήμονα και σίγουρα αυτής του μοντέρνου αστού (ειδικά για τον Viktor). Οι αστοί αδυνατούν πλέον, ως μοντέρνοι εγωκεντρικοί, να «γονατίσουν» και αυτό ακριβώς το σημείο συνδέει την αρχική εικόνα με τον βίαιο τρόπο που οδηγούνται στο γονάτισμα οι Otto και Alexander και κατ’ επέκταση τίθεται ως αίτημα ταπεινοφροσύνης της ανθρωπότητας. Το φάσμα του Ευρωπαϊκού μηδενισμού όπως τέθηκε από τον Nietzsche και συνεχίστηκε από μεγάλους διανοητές του 20ου αιώνα βρίσκει στη «Θυσία» την δικαιολόγησή του ως διαγνωστική της εποχής μέσα από την ψυχροπολεμική κορύφωση της «αγωνίας» ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος. Αυτό η τρομακτική πιθανότητα (άρση όλων των δυνατότήτων) σκοτεινιάζει την πραγματικότητα και αφαιρεί το χρώμα της, είτε πρόκειται για όραμα του Alexander και Αποκάλυψη του Θεού μέσα από τον Αντί-Θεο, είτε για εφιαλτική πραγμάτωση του απεφευκτέου. Η κατάρρευση των σχέσεων της οικογένειας σηματοδοτεί και την αστοχία υλικού ως προς εγκαθιδρθυμένες «αξίες-είδωλα». Όπως σωστά υπενθυμίζει ο Otto στον Alexander, όταν αυτός νοιώθει άβολα για το πόσο ακριβό και πολύτιμο είναι το δώρο που του προσφέρεται (ένας σπάνιος και αυθεντικός χάρτης της Ευρώπης προηγούμενων αιώνων), «κάθε δώρο είναι μια θυσία, αλλιώς τι δώρο θα ήταν;» Πρόκειται για μια τρομακτική σε αντίκτυπο ρήση η οποία πέραν του φιλοσοφικού και θεολογικού του βεληνεκούς έχει κοινωνιολογική και ανθρωπολογική τεκμηρίωση. Η ουσία της θυσίας είναι η προσφορά στο θείο και εξυπακούεται ότι κάτι έχει καταστραφεί. Δεν μιλάμε εδώ για κάποιες αποτρόπαιες πράξεις ανθρωποθυσίας αλλά για την «έλλειψη» ως πρωταρχική κατάσταση θέασης του θαύματος του «Είναι». Το δώρο της ζωής κάμπτεται και επισκιάζεται από το γεγονός ότι η ζωή τίθεται ως δεδομένη και αντικαθίσταται από τα «πλάσματα» και τα μεγάλα Αφηγήματα είτε του εργαλειακού Λόγου και της Επιστήμης, είτε αυτά του Καπιταλισμού, του Κομμουνισμού, αλλά και μίας Εκκλησίας αποκομμένης από το ποίμνιο και τη σχέση με το βιώμα και τη γη. Αυτό που «καταστρέφεται» εδώ και αποτελεί το αντικείμενο της θυσίας είναι μια ολόκληρη κοσμοεικόνα και ένας οίκος σκοτεινός όπου η ελπίδα αποτυπώνεται κινηματογραφικά μόνο στο συγκλονιστικό εύρημα (το  παραλαμβάνει ο Tarkovsky από τον μάστορα της εικόνας Antonioni) του δωματίου στο οποίο η αφαίρεση στη διακόσμηση (επιρροή Dreyer) σηματοδοτεί το νεκρικό περιβάλλον πλην του απαλού αγέρα στις κάθετες πλευρές των κάδρων που χαϊδεύει απαλά τις λευκές κουρτίνες. Εδώ δεν γιορτάζονται γενέθλια (του Alexander) αλλά ομολογείται ένας σιωπηλός θρήνος «ειλικρινούς» υποκριτικής αλλά ανειλικρινούς βίου.

sacrifice_website1

Το τάμα του Alexander θα είναι στην Παναγία (η Ισλανδή υπηρέτρια Maria) και η αιωρούμενη ερωτική τους ενοποίηση θα λυτρώσει την ανθρωπότητα από τον Αρμαγεδώνα. (Απίστευτα τα γυρίσματα σε ασπρόμαυρο του πλήθους στη κατεστραμμένη μεγαλούπολη.) Αυτή η υπέροχη ιερή βλασφημία του Tarkovsky (αντίστοιχη βρίσκουμε και στη «Νοσταλγία) θα συνοδευθεί με την αποκατάσταση του δώρου της ζωής! Η «αιώνια επαναφορά» λοιπόν δεν είναι του «ιδίου» αλλά μάλλον καντιανή: «Πράξε ως εάν επιθυμούσες να ζήσεις αιώνια με τον τρόπο που ελευθέρως επέλεξες». Αυτό κάνει και ο Alexander πυρπολώντας το σπίτι και καταλήγοντας με νευρικό κλονισμό στο ψυχιατρείο με τη διαφορά ότι η επιλογή εδράζεται στην πίστη.

Το φινάλε της καύσης του σπιτιού αποτελεί μια από τις πιο τεχνικά άρτιες και καλλιτεχνικά ύψιστες σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου με εξάλεπτο πλάνο-σεκάνς που δεν αναπαράγεται! Η μετάβαση στην τελευταία σκηνή είναι και αυτή με τη Μαρία να παραδίδει στον «Μικρό ανθρωπάκο» (Ιησού) το δώρο της ζωής και το καρτερικό πότισμα. Το ερώτημα κάτω από το ανθισμένο δέντρο: «Εν αρχή ην ο Λόγος. Γιατί αυτό Πατέρα;» επικυρώνει το αρχικό πλάνο τίτλων με τον πίνακα του Da Vinci και καταλήγει στον «έλλειψη» ως απορία για την προέλευση της τελεολογίας του ανθρώπινου είδους στον πλανήτη αυτό. Ο Λόγος ποτίζεται, καλλιεργείται και υπηρετείται ενδεχομένως καλύτερα μέσα από την ταπεινή πράξη παρά μέσα από την ίδια του την αυτογιγάντωση σε Μανιφέστο Λόγου.

Η χρήση της μουσικής και του ήχου ανορθώνει την οπτική αυτή εμπειρία σε ιερό ύμνο πίστης στη ζωή (J.S.Βach) και σε αντήχηση (οι κραυγές της γυναίκας-βοσκού [Maria] στα βοοειδή –θα αποτολμούσε κάποιος να δει την αναφορά αυτή μέσα από «τον ποιμένα του Είναι» α λα Heidegger) από τα χθόνια μονοπάτια της Ύπαρξης (το ιαπωνικό φλάουτο και η πορεία του Alexander προς τη Maria).

Μεγαλόπνοο, βλάσφημο, ιερό, Χριστιανικό και Βουδιστικό μαζί, επίσης αυτάρεσκο και ταπεινό μαζί, «Η Θυσία» είναι ένα αριστουργηματικό έργο που κάμπτει τις όποιες ενστάσεις διότι σέβεται και καλλιεργεί τη θεολογία που έχει μεταμφυτεύσει ο Tarkovsky στη φόρμα. Αυτή νοτίζει με καθάριο νερό τις ρίζες του θεατή που δέχεται να δει τον κόσμο και τον εαυτό του και μέσα από αυτό το πρίσμα, καλωσορίζοντάς το σα δώρο το οποίο απαιτεί κάποια «θυσία» της καθεστηκύιας τάξης των συμβάσεών μας –κινηματογραφικών αλλά και πραγματιστικών.

Σπύρος Γάγγας, Ιανουάριος 2017.

Featured Image: http://opus.fm/reviews/sacrifice-andrei-tarkovsky

Text Image: http://www.cinefamily.org/films/tarkovskys-the-sacrifice-brand-new-35mm-print/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s