Charles, Dead or Alive (Alain Tanner, Switzerland, 1969)

Από το «μανιφέστο» του Γαλλικού New Wave, ο Tanner, ο πιο γνωστός σκηνοθέτης από την Ελβετία, ντεμπουτάρει με τούτη την αναρχικής κατεύθυνσης εξαιρετική κινηματογραφική «μπροσούρα».

Ο επικεφαλής βιομηχανίας ρολογιών Charles «De» περιστοιχίζεται από τον άπληστο γιό του την κληρονομιά του πατέρα του που έστησε την επιτυχημένη επιχείρηση αλλά και του παππού του όπου ως δεξιοτέχνης ωρολογοποιός έχτισε τη φήμη πάνω στην οποία βασίστηκε η μετατροπή της οικογενειακής επιχείρησης σε βιομηχανία. Στο πνεύμα της Προτεσταντικής ηθικής η επιχείρηση άνθησε μακριά όμως από κομπορρημοσύνη και ασυδοσία μεγιστοποίησης του κέρδους. Ο «De» συνειδητοποιεί ότι αποτελεί υβρίδιο διαφορετικών εποχών, για την ακρίβεια, λογίζει τον εαυτό του ως ζόμπι με το αριστερό μέρος της καρδιάς του ζωντανό και ζωογόνο και το δεξιό αφιερωμένο στον έντιμο και κονφορμιστικό βίο. Η οικογένειά του αναδιπλασιάζει αυτή την ένταση με μια παθητική σύζυγο, γιό αρπακτικό πλούτου και υπερεργασίας και μια κόρη αναρχική και ακτιβίστρια. Το δόγμα «άνεση και ασφάλεια» που χαρακτηρίζει την κοσμολογία της Ελβετίας και της θέσης του «De» σε αυτήν, υπονομεύεται από το αριστερό μέρος της καρδιάς που αποφασίζει να αποσυρθεί από την ιδιοκτησία και να δοκιμάσει την άσκοπη περιπλάνηση. Αυτή θα τον οδηγήσει σε ένα ζευγάρι αναρχικών καλλιτεχνών, έως ότου το σύστημα (με την συνδρομή της οικογένειας) να «αποκαταστήσει» τον «De» στην «κανονικότητα» και να τον ταξινομήσει επισήμως ως μη έχοντας σώας τας φρένας! (Εμφανής η μετα-στρουκτουραλιστική επιρροή ως προς την απομάγευση του επαναστατικού ιδεώδους και την κατηγοριοποίηση του εαυτού στα πεδία της «δύναμης».)

charles3

Η σκηνή της αναπάντεχης ρίψης του αυτοκινήτου στο κενό από το αναρχικό τρίο προαναγγέλλεται από μια διεισδυτική «κοινωνιολογία του αυτοκινήτου» (κι όμως υπάρχει!) με άξονες όχι μόνο τον καταναλωτισμό και την περιβαλλοντική επιβάρυνση αλλά και την «απόδραση» από την αλλοτριωμένη εργασία μέσα από την αστική «περιπέτεια» του διημέρου. Αυτήν την περιπέτεια του «αστού» αντιστρέφει, μάλλον και με βάση το Weekend του Godard, ο Tanner με όχημα έναν υπέροχα αναστοχαστικό και υποβλητικό François Simon (ο γιός του αξεπέραστου Michel Simon από τις ταινίες των Vigo και Renoir) ως «De»,  να αποδίδει έξοχα την αλλοτρίωση όχι μόνο του εργάτη, κατά Marx, αλλά και του καπιταλιστή. Αυτή από μόνη της είναι μεγάλη αρετή της ταινίας, η οποία υιοθετεί διάφορες «συγκοπές» από το Γαλλικό New Wave, τόσο στη μουσική επένδυση όσο και στην κινηματογράφηση, όπως, για παράδειγμα, στην πρώτη σκηνή συνέντευξης του «De».

Με αντίβαρο στον κονφορμισμό την μη αλλοτριωμένη εργασία στα πρότυπα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η πρώτη ταινία του γνωστότερου και πιο ολοκληρωμένου Ελβετού σκηνοθέτη δεν ακολουθεί το ιερό δόγμα της καλοκουρδισμένης μηχανής, αλλά, στις αποκλίσεις της από μια συμβατική αφήγηση, παραδίδει ένα έργο αναρχικού περιεχομένου και ευγενών τόνων του οποίου η κινηματογραφική οικονομία συμβαδίζει με την υπαρξιακή ενδοσκόπηση του «De» και τον τρόπο ζωής στην ύπαιθρο. Αυτή η φρεσκάδα της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Tanner κρατά ζωντανά τα ιδεώδη του 68 όχι στα οδοφράγματα αλλά στο αγροτόσπιτο του «αγαθού» γίγαντα Paul και της ερωμένης του. Πολύτιμο σαν τα διαμάντια του καλύτερου ωρολογοποιού!

Σπύρος Γάγγας, Φεβρουάριος 2017.

Featured Image: https://alchetron.com/Charles,-Dead-or-Alive-92356-W

Text Image: http://www.worldfilmbkk.com/archives.php?year=2009&section=4

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s