Full Moon in Paris (Eric Rohmer, France, 1984)

Από τα πιο επιτυχημένα έργα της ενότητας «Κωμωδίες και Αποφθέγματα» στη φιλμογραφία του Rohmer, το «Οι νύχτες με πανσέληνο» μιλά μια γλώσσα λιτή, αφοσιωμένη στη νατουραλιστική κινηματογράφιση προσώπων και κοινωνικών σχέσων, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά φροντισμένη ως προς τα πολλαπλά σημαινόμενα που κρύβουν τα αφαιρετικά πλάνα του Rohmer.

Με φόντο τη χειραφέτηση των γυναικών και του μόνιμου προβληματισμού ως προς την ελεύθερη βούληση και τον τρόπο με τον οποίο θα καταστεί διαχειρίσιμη αυτή η ελευθερία στη νεωτερικότητα, ο Rohmer προάγει το ασκητικό στυλ σε μέθοδο μικροκοινωνιολογικής παρατήρησης, συμφιλιώνοντας όσο λίγοι το σινεμά «εννοιών» με απτές και ανάλαφρες ακόμη καταστάσεις της καθημερινότητας. Όποια αντίληψη και να έχει κάποιος για τον Rohmer οφείλει να του αναγνωρίσει ότι παραμένει πρωτομάστορας της μικροκοινωνιολογικής ματιάς στον «χώρο». Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η μετακίνηση από το διαμέρισμα των προαστίων στο δυαράκι του κέντρου βρίσκεται στον πυρήνα του αιτήματος της Louise για την ελευθερία της επιλογής, όσο η γενικότερη προσέγγιση του Rohmer ως προς την αφαιρετική αισθητική, η οποία καθότι ανεπιτήδευτη ξεγελά ως δήθεν απουσία επεξεργασμένης κινηματογραφικής φόρμας. Η κίνηση από το κέντρο στα προάστεια συνεπάγεται και αλλαγή ρόλων κατά την πολυσύνθετη διαμόρφωση του εαυτού. (Στα προάστεια η Louise «μαθαίνει» στο να ζει μόνη, έστω και για ένα βράδυ, δίχως την ασφάλεια που προσφέρει ο οξυδερκής με μάτι λαγωνικού Octave [έξοχος ο Luchini] ή κάποιο παλαιότερο φλερτ.) Η ελευθερία όμως της διαβίωσης μακριά από το ταίρι της συνοδεύεται και από απροσδιοριστία, δηλαδή, από ρίσκο. Ρίσκο όχι απαραίτητα δυσάρεστο για εκείνη (η βραδιά με τον Bastien είναι γλυκειά αλλά συνοδεύεται και από ενοχή στις απαράμιλλες θεολογικές σκηνές του Rohmer), σίγουρα όμως μη διαχειρίσιμο με το δεδομένο της αγκυροβόλιο στον συμβατικό Remi να υπακούει κι αυτό τα κελεύσματα της ελευθερίας-απροσδιοριστίας.

Με εστιασμένο τον φακό στην πολυσημία της αλληλόδρασης (ευφυείς διάλογοι, βλέμματα, «έντεχνη» καθοδήγηση του σώματος ως προς την εγγύτητα και την απόσταση στο χώρο και σε σχέση με άλλους δρώντες) η μαγεία στον Rohmer προέρχεται από αυτό που επιτυγχάνει το καλό σινεμά, δηλαδή, την αποκρυστάλλωση του «καθημερινού» και του «τετριμμένου» σε συμπαντική οντότητα, την οποία ναι μεν μεταχειρίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα η κινηματογράφηση (εκεί αντανακλάται και η θεολογία του ίδιου του Rohmer), αλλά αποσταθεροποιεί δε με την πρέπουσα χιουμοριστική ματιά, σε αντίθεση, ας πούμε, με το σινεμά ενός Bresson. Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, πιο χαρακτηριστική και μεγαλειώδης, ως στήσιμο και κινηματογράφηση προς αυτήν την κατεύθυνση, σκηνή σε ολόκληρη ίσως την καριέρα του Rohmer, από αυτή του πρώτου πάρτυ που οργανώνει η Camille. Εκεί ο Rohmer πραγματοποιεί το ακατόρθωτο: Αναπαριστά, φυσικοποιώντας την, την ίδια την κοινωνική σχέση η οποία στον μονισμό της ατομικής συνείδησης και «ορθοπεδίας» (η ανθρωπολογική «σταθερά» ως προς την θέαση του «άλλου») διαμορφώνει σχέση «κλητεύοντας» τον «άλλο». Το επιτυγχάνει με αφοπλιστική αλλά τόσο σπάνια απλότητα στο πιό αθώο πλαίσιο: ένα πάρτυ. Εκεί όμως, υπό τους εφηβικά διονυσιακούς ήχους του «Tarot» των Elli et Jacno και με ένα σπουδαίο μονοπλάνο ο Rohmer πυκνώνει το κάδρο με τα κορμιά των νέων που χορεύουν, φλερτάρουν σιωπηλά καθοδηγώντας το βλέμμα σαν περισκόπιο, εκτοπίζουν «ανταγωνιστές», αλλά πάνω απ’ όλα «περνούν καλά», καλώντας ο ένας τον άλλο με μη λεκτικές νύξεις.  Αυτός ο όγκος σωμάτων που ακουμπάνε ανεπαίσθητα το ένα το άλλο δημιουργεί πολλαπλά επίπεδα «δράσης» και επιτρέπει αυτό που χαρακτήρισα πριν ακατόρθωτο, δηλαδή, την κινηματογράφηση της αμοιβαιότητας που χαρακτηρίζει την σχέση, αφού έχουν αδρανοποιηθεί οι αποστάσεις. Ως «ελεύθερη» (πχ. η αβίαστη εναλλαγή παρτενέρ), η κίνηση αποκτά τα φιλοσοφικά, ηθικά και θεολογικά χαρακτηριστικά που αναζητά ο Rohmer και τα οποία στην «στατικότητα» και στο «μπλοκάρισμα» της «κίνησης-ελευθερίας» τα αναπαριστά ο «διάβολος» Remi (ένας ντροπαλός και ρωμαλέος Tchéky Karyo). Ιδιοφυές προς αυτή την κατεύθυνση το τέχνασμα του ανώνυμου ζεύγους με την επίσημη ένδυση που γνωρίζεται χορεύοντας και «ξεσαλλώνει» ακριβώς πίσω από τον στατικό Remi.

party2

Πλημμυρισμένο από δροσερούς και φαινομενικά μόνο επιφανειακούς χαρακτήρες, όπως η «αέρινη» Louise (την υποδύεται η αδικοχαμένη και πολλά υποσχόμενη τότε Pascale Ogier), o Remi, o Octave, η πεπειραμένη Camille, η αιθέρια πρωταθλήτρια του τέννις Marianne και ο ζωγράφος παιδικών βιβλίων στο καφέ, το εξαιρετικό έργο του Rohmer κάνει θαύματα που εκτείνονται από την μοναδικότητα του προσώπου, την ισορροπία στο τεντωμένο σχοινί του φεμινισμού (έξοχη η αποδόμηση της ανδρικής επιθετικότητας με τον αυτοτραυματισμό του Remi ή η θεωρία των δύο σφαιρών του Octave) και των ιστορικών αδιεξόδων του (η Louise κατευθύνεται σε δρόμο όπου απαγορεύεται η διέλευση), πάντα όμως με την ματιά της συμπάθειας προς τις ατέλειες και τα ολισθήματα των δρώντων, τα οποία απορρέουν από τη διττή μας υπόσταση και την όχι τόσο σπάνια απουσία συμφιλίωσης νου και ψυχής, κέντρου και προαστείων. Αν υπάρχει σινεμά που στοχάζεται την «ηθική» της κίνησης τότε «Οι νύχτες με πανσέληνο» ανήκουν σε αυτό και μάλιστα κατέχουν περίοπτη θέση.

Σπύρος Γάγγας, Φεβρουάριος 2017.

Featured Image: http://www.filmsdulosange.fr/en/film/115/full-moon-in-paris

Text Image: http://wrongreel.com/podcast/wr138-eric-rohmers-comedies-and-proverbs/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s