Heimat (Edgar Reitz, W.Germany, 1983)

Από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του Νέου Γερμανικού Σινεμά και αυτό που ενέπνευσε τη «Λευκή Κορδέλα» του Haneke, το μαραθώνιο έργο του Reitz (εκτείνεται στις 15 ½ ώρες!) διανύει μια περίοδο πάνω από εξήντα χρόνια (1919-1982) ως χρονικό της οικογένειας Simon στο (φανταστικό) χωριό Shabbach.

Εκεί συναντάμε τον σιδερά Mathias και τη γυναίκα του Katharina. Η πρώτη σκηνή, εμβληματική όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια, δείχνει το ένα από τα τρία παιδιά τους, τον Paul, να ατενίζει το χωριό από ένα καταπράσινο ύψωμα, καθώς επιστρέφει το 1919 από την αιχμαλωσία του σε ένα Γαλλικό στρατόπεδο. Η άφιξη του Paul θα σηματοδοτήσει και τη δραματουργική εκκίνηση στην ήσυχη ζωή του χωριού με το πλήθος χαρακτήρων να πλάθονται με υπομονή γύρω από τη νεαρή χωριατοπούλα Maria (μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία από την εξαίρετη και αξιαγάπητη Marita Breuer), η οποία θα παντρευτεί τον Paul και θα κάνει μαζί του δύο παιδιά, τους Anton και Ernst. Όπως όμως εισήχθη στο σύμπαν της Γερμανικής υπαίθρου ο Paul, έτσι και θα αποχωρήσει ξαφνικά και αναπάντεχα, ανακοινώνοντας ότι πάει απλώς για μια μπύρα. Η εξαφάνιση του Paul θα θέσει από πολύ νωρίς την «στέρηση/αποχώρηση» ως κινητήριο μοχλό της αφήγησης  αλλά και σε συνδυασμό, όπως τέθηκε από τον Reitz στην πρώτη σκηνή, με το εσωτερικό αίτημα «επιστροφής» στην πατρίδα και στο σπίτι. Ως πρωταρχικό και αναπάντεχο «έλλειμμα» η εξαφάνιση του βετεράνου Paul μολύνει την έννοια του «οίκου» και της «πατρίδας», ωστόσο, στην σχολαστική σκηνοθεσία του Reitz η «απουσία» αναδιπλασιάζεται μέσα από τις προσωπικές φιλοδοξίες των άλλων χαρακτήρων και φυσικά ως αποτέλεσμα τεκτονικών κοινωνικών αλλαγών με αποκορύφωμα φυσικά την άνοδο του Ναζισμού ή την προέλαση των Αμερικανών GIs στο χωριό  Shabbach.

Μέσα από την ζωή της «ακίνητης» Maria –κεντρομόλου δύναμης αξιών της κοινωνικής συνοχής– διαθλάται η ιστορία της Γερμανίας του 20ου αιώνα με την αφήγηση να συνδέει διαφορετικές γενιές με τον «τόπο» συγκρότησης της ταυτότητας των ποικίλων προσώπων αλλά και της δράσης τους, όπου ο καθένας καλείται να αξιοποιήσει ευκαιρίες και να ελιχθεί μέσα από τις ιστορικές προκλήσεις. Σε αυτή την αμοιβαία σχέσης «δράσης» και «κοινωνικών δομών» οι αμέτρητοι χαρακτήρες σφυρηλατούνται και με γνώμονα το καθήκον, την ιδεολογία, την σχέση με τη γη και την κοινότητα, τις προκλήσεις της τεχνολογικής νεωτερικότητας, καθώς και την ολική κινητοποίηση τους στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εδώ ο Reitz ρισκάρει αλλά μεγαλουργεί, καθώς η «μαύρη τρύπα» του Ναζισμού γίνεται αντιληπτή με τα «ακροδάκτυλα» μόνο, δηλαδή, μέσα από τους ποικίλους τύπους επίδρασης της λαίλαπας του Τρίτου Ράιχ στα βιώματα και την πορεία των χαρακτήρων. Εδώ υπάρχει ο ιδεολόγος Ναζί (ο Wilfried), ο οπορτουνιστής οπαδός του καθεστώτος (η Lucie), ο μπουνταλάς που απολαμβάνει τη στολή (ο Eduard), τα αγόρια με τη ναζιστική στολή που πάνε στο μέτωπο αλλά γυρνούν δίχως ψείγμα Ναζιστικού κατάλοιπου αλλά με δεξιότητες που θα τεθούν στην υπηρεσία του επιχειρείν (κυρίως ο Anton και έπειτα ο Ernst) και του Γερμανικού «θαύματος», η αγράμματη αλλά «αντιστασιακή» Katharina, o ευγενικός και προσηνής μηχανικός και πυροτεχνουργός Otto τον οποίο θα ερωτευθεί η Maria και θα κάνει μαζί του τον μικρό Hermann. Ο Hermann θα αποτελέσει και το σημείο εστίασης στα τελευταία μέρη της ταινίας (με έξοχη ψυχαναλυτική ματιά αποδίδει ο Reitz το «ξεπαρθενιασμά» του από τις Lotte και Klärchen, τον απαγορευμένο έρωτά του με την τελευταία και την εξαργύρωση της φήμης του ως κορυφαίου συνθέτη στις «αμαζόνες» που τον περιστοιχίζουν), όπως και τα αδέλφια του Ernst και Anton. (Κορυφαία η σεκάνς, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, της εισόδου του «Κακού» στην ευρύτερη περιοχή Hunsrück με τις δύο 600άρες Mercedes στο χωματόδρομο του δάσους και τους Βέλγους των πολυεθνικών να επιχειρούν την εξαγορά της επιτυχημένης τοπικής βιομηχανίας φακών του οραματιστή Anton, πάντα με την απροσδόκητη επανεμφάνιση του «Αμερικανού» Paul  στο φόντο.)

Heimat

Η «ανώνυμη» προέλευση του Κακού έχει κι εδώ λοιπόν τη θέση της, όχι όμως όπως στη «Λευκή Κορδέλα» όπου εκεί όμως ανάγεται σε μεταφυσική. Η σκηνή της δολοφονημένης κοπέλας που βρίσκεται γυμνή στο δάσος συμπυκνώνει τη διάχυτη οργή και την μνησικακία στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει στον Reitz είναι η πορεία του Κακού μέσα από «ανθρώπινα» δράματα, ανάγκες, ολισθήματα, επιθυμίες, χαρές και λύπες. Δεν πρόκειται επ ουδενί για απόπειρα ρεβιζιονισμού της περιόδου του Ναζσιμού αλλά για μια διεκδίκηση της μνήμης της ιστορίας και μέσα από το προσωπικό βίωμα. Και αυτή η προσέγγιση διαπερνά την «γραμμή ερμηνείας» της Ιστορίας από τον Reitz θέτοντας επιτακτικά το αίτημα της μνήμης της προσωπικής διαδρομής των κατοίκων του χωριού (και των Γερμανών γενικότερα), πριν και πέρα από τον «έτος μηδέν» -1945: Eντυπωσιάζει λοιπόν η αναμέτρηση με τα ιστορικά μεγέθη από τη σκοπιά του δρώντος· γι’ αυτό και λίγη σημασία έχει το αντίκτυπο του πολέμου στη Maria, συγκρινόμενο με την απώλεια του Paul αλλά και του Otto –παρότι και η «εξαφάνιση» των δύο συνδέεται άμεσα με τον Πόλεμο, τόσο τον «Μεγάλο», όσο και τον «Δεύτερο». Αφαιρεί, δηλαδή, ο Reitz προς τη σκοπιά του υποκειμένου και της κοινότητας και όχι προς αυτή της Ιστορίας σε παράλληλη έκθεση της ίδιας της πρόσληψης της Ιστορίας και της πατρίδας από τη σκοπιά του κινηματογραφιστή.

Η έξοχη επένδυση του Νίκου Μαμαγκάκη με το διαρκές μοτίβο στο πιάνο να στοιχειώνει τη μνήμη του θεατή υπογραμμίζει τη διαρκή μελαγχολία του «τόπου» και τη δραματική απομάγευσή του, όπως και του ίχνους του βιώματος που το σκορπίζει στον άνεμο η Ιστορία, άνεμο που «σκίζεται» με τη σειρά του από τα υπερηχητικά που πετούν πάνω από το Shabbach. Η δε μετάβαση, μάλλον αυθαίρετη, από το ασπρόμαυρο στο έγχρωμο, ακόμα και στην ίδια σκηνή, επιφυλάσσει στον θεατή εντυπωσιακές εκπλήξεις, όπως η σκηνή με τα τριαντάφυλλα να ραίνουν το χωριό από το καταδιωκτικό Messerschmitt κατά τη ριψοκίνδυνα χαμηλή πτήση του Ernst. Το έγχρωμο κυριαρχεί σταδιακά όσο η ιστορία των κατοίκων του Shabbach εισέρχεται στην εποχή της έγχρωμης τηλεόρασης και της παγκοσμιοποιημένης επικοινωνίας

Το εξαιρετικό φινάλε συνοψίζεται στο φόρο τιμής που αποδίδεται στο 8 ½ του Fellini  με την σκηνή συλλογικού εορτασμού της ζωής, στο φωτεινό «τέλος» του αφηγητή Glasisch (της κάπως περιθωριοποιημένης φιγούρας του χωριού), καθώς και στην κατεξοχήν «γερμανική» προβληματική συμφιλίωσης «Φύσης» και «Τεχνολογίας», «Κοινότητας» και «Παγκοσμιότητας», όπως αυτή συμπυκνώνεται στη τελευταία σεκάνς και την συμφωνία που μεταδίδεται από τα έγκατα της γης. Συγκλονιστικό έπος και αριστουργήμα του παγκόσμιου σινεμά!

Σπύρος Γάγγας, Μάρτιος 2017.

Featured Image: http://www.lumiere.nl/en/movie/heimat%201%20-%20eine%20deutsche%20chronik_18337/

Text Image: http://themanfromlondon.blogspot.gr/2013_03_01_archive.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s