The Testament of Dr. Mabuse (Fritz Lang, Germany, 1932)

Δεύτερο μέρος της περίφημης τριλογίας του Κακού από τον Fritz Lang, «Η Διαθήκη του Δρ. Μαμπούζε» εδραιώνει την οντολογία του Φόβου και της Καταστροφής σε κοντινή ιστορική σύγκλιση με την αναδυόμενη δυσωδία του εθνικοσοσιαλισμού. Το ιστορικό πλαίσιο όμως, όσο ανατριχιαστικά και αν «προβλέπει» την επερχόμενη διάχυση της θηριωδίας, έχει διαμεσολαβηθεί από τη μεταφυσική του Κακού, κάτι που φαίνεται στη δεξιοτεχνία του Lang στο να στήσει τα κάδρα του με τέτοιο τρόπο, ώστε τα εικονιζόμενα και οπτικά σημαινόμενα να εκτείνονται έως και τις σύγχρονες θεωρίες «προσομοίωσης» αλλά και «διαφάνειας του Κακού» (Baudrillard).

Έπειτα από την αντάρα πυροβολισμών στο τέλος του πρώτου μέρους, ο μοχθηρά ιδιοφυής εγκέφαλος της «Αυτοκρατορίας του Εγκήματος», Δρ. Μαμπούζε, έχει συλληφθεί.  Έγκλειστος σε ψυχιατρείο γράφει μανιασμένα και μηχανικά (!) σημειώσεις, που από ορνιθοσκαλίσματα αρχικώς, μετατράπηκαν σε μανιφέστο εγκληματικών δράσεων κατακρήμνισης του Πολιτισμού και ενός επιδεικτικού χλευασμού των αξιών του. Παρά τον εγκλεισμό του Μαμπούζε και τον υποτιθέμενο παροπλισμό της λογικής του, οι σημειώσεις αυτές φαίνεται να βρίσκουν παραλήπτες στην εξαιρετικά διαφοροποιημένη ως προς τον καταμερισμό εργασίας εγκληματική οργάνωση. Τα μέλη της δεν γνωρίζουν φυσικά τον εντολέα τους, παρά μόνο υπενθυμίζουν στους εαυτούς τους ότι όποιος επιχείρησε να προσεγγίσει την κουρτίνα πίσω από την οποία δίνει διαταγές το σκοτεινό πρόσωπο του ηγέτη της οργάνωσης βρήκε ακαριαίο θάνατο, πριν προλάβει να αντικρύσει τον φορέα του Κακού. Φορέας που διέπεται από αντι-ωφελιμιστική λογική (όλα τα κέρδη που συσσωρεύονται από τις εγκληματικές δράσεις –εμπόριο ναρκωτικών, ιδιαίτερα διαδεδομένο– τα καρπώνονται οι κακοποιοί, δίχως ο Ηγέτης να αξιώνει μέρισμα). Παρά τον συστηματικό μηχανισμό της σχεδόν παντοδύναμης επιτήρησης των μελών της, η οργάνωση δεν μπορεί να μείνει αλώβητη από την απροσδιοριστία. Αυτή την ενσαρκώνει ο Kent (ή Tom για την ανυποψίαστη Lillie την οποία και ερωτεύεται), εγκληματίας ο οποίος όμως υπέστη την γραφειοκρατική ταλαιπωρία για πολλοστή φορά στα γραφεία εύρεσης εργασίας πριν προσηλυτιστεί από την Αυτοκρατορία του Μαμπούζε. Η ανυπακοή και αντίστασή του δεν εξελίσσεται από τον Lang σε μονοσήμαντο αφήγημα αυτοκαταστροφής του Κακού, αλλά πλαισιώνεται και από τις δράσεις τριών σπουδαίων χαρακτήρων: του στρουμπουλού, θορυβώδους και ατρόμητου επιθεωρήτη Lohmann, του πράκτορά του Hofmeister και του διευθυντή της κλινικής, καθηγητή Braun.

mabuse3

Η εναρκτήρια σεκάνς συγκλονίζει: Παγιδευμένος στο εργαστήριο παραχάραξης, ο Hofmeister, σε εμβρυακή θέση πίσω από ένα θεόρατο ξύλινο κιβώτιο, περιμένει το τέλος του. Στην σχεδόν τετράλεπτη σκηνή αυτό που κυριαρχεί είναι η ακουστική «πληροφορία» ενός ισχυρού βιομηχανικού και επαναλαμβανόμενου ήχου, ο οποίος όχι μόνο θα συνοδευτεί από επίμονα κορναρίσματα στα μέσα της ταινίας και από πυροσβεστικές σειρήνες στο φινάλε, προσδίδοντας συστηματικότητα στην ιδέα περί κυριαρχίας της Μηχανής (και συνεπώς, πιο φιλοσοφικά, του «μηχανισμού») στη σύγχρονη εποχή, αλλά φαίνεται ότι συνδέεται και με την οργανικότητα, αφού ο βιομηχανικό ήχος μοιάζει με το καρδιοχτύπι του Hofmeister. Καρδιοχτύπι που με τη σειρά του προκαταλαμβάνει τον εκ διαμέτρου αντίθετο, ως προς την ένταση, αλλά, παρόμοιο σε ρυθμό, ήχο του ωρολογιακού μηχανισμού που απειλεί να εξοντώσει τους Tom και Lillie.

Η θέση του Walter Benjamin περί εποχής της «μηχανικής αναπαραγωγής» μνημονεύεται αυτολεξεί και θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι τα θεολογικά ίχνη στη σκέψη του συμβαδίζουν με αυτά του Lang. Προς μια τέτοια κατεύθυνση είναι η κομβική σκηνή σύγκρουσης των Tom και Lillie με τον αινιγματικό και αφανή εγκέφαλο της συμμορίας στο περίφημο δωμάτιο. Η αποκάλυψη του «μηχανισμού», αποτυπώνεται στη χοάνη του μεγαφώνου που επιπλέει στο πλημμυρισμένο καταγώγιο και στη ρουφήχτρα (στο ίδιο φυσικά σχήμα) που θα σώσει το ζευγάρι, ταύτιση που απογειώνεται σε υποδειγματική σημειολογική υπογράμμιση της θέσης ενός Hölderlin: «όπου υπάρχει ο Κίνδυνος [η καταβόθρα της μηχανικής χοάνης] φυτρώνει και η Λύτρωση [η υγρή ρουφήχτρα που θα δημιουργήσει δίαυλο εξόδου]».

Με έξοχα κινηματογραφικά πρίσματα της ατμόσφαιρας του ανορθολογισμού της εποχής (διαρκείς αναφορές στην ύπνωση, την τηλεπάθεια, τον πνευματισμό / η αέναη βούληση-για-δύναμη [«Είμαι το Κράτος» αναφέρει ο Μαμπούζε]/ ο Πριμιτιβισμός /  η εξαίσια εξίσωση [αυτοαναφορική αυτογνωσία] του Κακού με την άπειρη επέκταση του Εγκλήματος) θέτουν ψηλά τον πήχυ ως προς την ερμηνεία της υπόστασης του Κακού με τη μορφή του Μαμπούζε. Η παράκρουση του καθηγητή Braun πάνω στο κουφάρι του Μαμπούζε, η σκοτεινή προσομοίωση του τελευταίου που κυριεύει την Επιστήμη, αλλά και η διπλή κίνηση επανάκτησης της λογικής από τον Hofmeister (μονίμως σε εμβρυακή θέση), αντιστρόφως συνδεδεμένη, με την κατάπτωση του καθηγητή στην τρέλλα, δημιουργούν το έρωτημα περί της ίδιας της σύστασης του Κακού, της αυτομεταμφίεσής του σε Καλό και πάνω από όλα της «διαφάνειάς» του. Ας μη λησμονήσουμε ότι ο Hofmeister χάνει σταδιακά τα λογικά του τη στιγμή που τα έπιπλα που τον περιστοιχίζουν έχουν καταστεί κρυστάλλινα, και, συνεπώς, διάφανα. Η απώλεια διάκρισης μεταξύ ταυτότητας και ετερότητας (διάκριση αναγκαία, προκειμένου να υπάρχει Κακό) συντίθεται κινηματογραφικά στην διαρκή «απόδραση» της χειροπιαστής ουσίας: Ποιος είναι ο εγκέφαλος της συμμορίας; Κρύβεται πίσω από την κουρτίνα; Πώς δίδονται οι εντολές από έναν έγκλειστό και βουβό Μαμπούζε; Πώς διαχέεται ο «Μαμπούζε» ακόμα και μετά τον θάνατό του; Πώς και με ποιο μέσο μεταδίδεται το μήνυμα στη σύγχρονη τεχνολογική εποχή και πώς ερμηνεύεται; Πώς, τελικά, κατασκευάζεται ο κάθε «Μαμπούζε»; Στην αρχιτεκτονική του «Κακού» βασιλεύει η «προσομοίωση», καθώς η οντότητα «Μαμπούζε» χαρακτηρίζεται πάντα από «έλλειψη». Πίσω από το ερώτημα περί ταυτότητας βρίσκεται η μη-απόκριση –εξ ου και η βουβαμάρα του Μαμπούζε, ο μηχανισμός πίσω από την οργανικότητα, η βουβαμάρα της ίδια της Επιστήμης (καθηγητής Braun). Και όπως γνωρίζουμε, η απόλυτη διαφάνεια ισούται με Απόλυτη Αυτοπαρατήρηση, δηλαδή, με Παραφροσύνη-Σιωπή. Αυτή την ασύλληπτη σύνθεση της Μη-δυνατότητας ως πραγματικής Δυνατότητας (της απορρόφησης του Κράτους στη χοάνη του Μαμπούζε), τη viral μεταμφίεση του Κακού σε αυτό που καθίσταται αμέσως και άμεσα διαφανές, μεταθέτει ο Lang στον θεατή καλώντας τον να πάρει θέση, ερμηνευτική και πρακτική, αφού κι αυτός συμμετέχει ως παρατηρητής-«Μαμπούζε». Άλλωστε, αυτή δεν είναι η μοναδική δεξιότητα του Μαμπούζε; Η ιογενής του μεταμφίεση (είτε ως «παίκτης» στο πρώτο μέρος, είτε ως 10,000 μάτια στο τρίτο), η οποία διαλύει εδώ την ιεράρχηση φαίνεσθαι και είναι, αυτή του πραγματικού και του φανταστικού, και τελικά του Καλού από το Κακό (το Κακό ως μη-διάκριση από το Καλό)· και αυτή η διάζευξη ανταποκρίνεται στο καταστροφικό «έργο» του «κρυστάλλινου» και «διάφανου» Κακού σε τούτο το τρομακτικής σύλληψης αίνιγμα-αριστούργημα του Fritz Lang.

Σπύρος Γάγγας, Απρίλιος 2017.

Featured Image: http://prettycleverfilms.com/essays/testament-dr-mabuse-1933/#.WOe9h55RW1s

Text Image: http://www.cineoutsider.com/reviews/bluray/t/testament_of_dr_mabuse.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s