Bitter Rice (Giuseppe De Santis, Italy, 1949)

Από τις μεγάλες επιτυχίες της περιόδου του νεορεαλισμού, το «Πικρό Ρύζι» τσαλαβουτάει μεν, όπως οι εργάτριες στους λασπωμένους ορυζώνες της Β. Ιταλίας, σε φόρμες και μοτίβα του νεορεαλισμού, διυλισμένες και με κάποια αμερικανικά πρότυπα, ωστόσο, διακρίνεται αναμφίβολα από βιρτουόζικη σκηνοθεσία, εξαιρετικές ερμηνείες και μεστό κοινωνικό περιεχόμενο πολλές φορές αρκετά πιο σύνθετο απ’ ό,τι αρχικά φαίνεται.

Κάθε χρόνο γυναίκες από διάφορες περιοχές της Βόρειας Ιταλίας (Νοβάρα, Βερτσέλλι) προερχόμενες από ποικίλα επαγγέλματα καλούνται για σαράντα ημέρες να συλλέξουν την ετήσια σοδειά ρυζιού. Εκεί καταλήγει, λόγω καταδίωξης από την αστυνομία, η Francesca, μια όμορφη γυναίκα (την υποδύεται ντουμπλαρισμένα  η λεπτεπίλεπτη Doris Dowling), συνεργός σε ληστεία του Walter (ένας ξερακιανός και γοητευτικά αμοραλιστής Vittorio Gassman) με λάφυρο ένα πολύτιμο κόσμημα. Η Francesca αναζητά δουλειά στους ορυζώνες ως μη πιστοποιημένη εργάτρια προκειμένου να μην εκδιωχθεί και καταλήξει στις αρχές. Περιτριγυρίζεται όμως από την πιστοποιημένη και αρχηγική Silvana (μια πληθωρική, φιλήδονη και άκρως αισθησιακή Silvana Mangano) η οποία έχει μυριστεί το λάφυρο αφού ήδη από τον σταθμό των τραίνων είχε έρθει «πρόσωπο με πρόσωπο» με τον Walter, όταν εκείνος την χρησιμοποίησε ως κάλυψη όταν τον καταδιώκε η αστυνομία. Από το διπλανό στρατόπεδο ο ιδεαλιστής λοχίας Marco (ένας αρρενωπός και όμορφος Raf Vallone) φλερτάρει την Silvana ενώ ο ρόλος της ταλαντευόμενης Francesca μετατρέπεται σε φορέα σκεπτικισμού και αμφιβολίας ως προς την δική της φαντασίωση περί εύκολου πλουτισμού και το ξελόγιασμά της από τον Walter, την στιγμή που η Silvana έλκεται σταδιακά από την αυθάδικη αυτοπεποίθηση του Walter.

Με φόντο τα υπέροχα πανοραμίκ στους ορυζώνες και τις σκυφτές εργάτριες να παραπέμπουν οπτικά σε αντίστοιχες συνθήκες αλλοτριωμένης εργασίας από άλλους αιώνες, η πανέμορφη κάμερα του De Santis χρησιμοποιεί τη λασπουριά ως τρόπο υπογράμμισης του βαθμού υπαγωγής της εργασίας στο κέρδος, ιδέα που κορυφώνεται με την σκηνή διχασμού των εργατριών (νόμιμες – παράνομες) και το μαλλιοτράβηγμά τους στη λάσπη. Αυτή η σκηνή πάλης των γυναικών στο θολό υγρό στοιχείο αντιπαραβάλλεται με αυτή μεταξύ των δύο διεκδικητών της Silvana και το λυσσαλέο κύλισμά τους στο χώμα σε μια, πολιτικά μη ορθή ίσως σήμερα αντίληψη περί φύλων, αλλά, ωστόσο, σε αντιστοιχία με το πλαίσιο της εποχής.

Εδώ υπεισέρχεται και το ιδιαίτερο κομβικό σημείο του αισθησιασμού, το οποίο διαχέεται στον μαρξιστικό καμβά του De Santis. Η Mangano φιλμάρεται έτσι ώστε η σεξουαλικότητά της τονίζεται με τρόπο αισθησιακό αλλά απόλυτα συμβατό με το κοινωνικό πλαίσιο, το φυσικό τοπίο και τις βροχερές συνθήκες. Τα βρεγμένα φανελάκια και στενά σορτς και τα γυμνά μπούτια της ξυπόλητης Silvana «υμνούνται» δίδοντας στη «γυναίκα» ως «εργάτρια» την αισθησιακή  υπόσταση την οποία η αλλοτριωμένη εργασία τραυματίζει και στερεί. (Μάλιστα ό  De Santis δε διστάζει για κλάσματα του δευτερολέπτου να δείξει και το γυμνό της στήθος, ανήκουστη λήψη για τα κινηματογραφικά και κοινωνικά ήθη της εποχής.)

bitter-rice-1949-001-silvana-mangano

Αυτό που πρόσκαιρα ενώνει τις Francesca και Silvana είναι η ταπεινή τους κοινωνική καταγωγή, όμως δεν επιχειρείται εδώ κάποια άμεση ενεργοποίηση της αλληλεγγύης. Ο De Santis, αντιθέτως, κατανοεί τα ανθρώπινα πάθη, αυτά ιδίως που απορρέουν από τη μειονεκτική σύγκριση με τον άλλο, καθώς και την δύναμη της φαντασίας εκ μέρους των φτωχών η οποία τους καθιστά δυνητικά πλούσιους. Αυτό το φαντασιακό ιδεώδες («θα γίνουμε πλούσιοι;» ρωτά η Silvana τον Walter) θαμπώνει, όπως το «πολύτιμο» (αποδεικνύεται τελικά faux αποκαλύπτοντας την ψευδαίσθηση της Silvana) περιδέραιο και κατακρημνίζει την ονειροπόληση στρέφοντάς την τώρα μέσω του Walter και κάποιων μικροαπατεώνων στην κλοπή του πλούτου των εργατριών (το ρύζι στις αποθήκες).

Η γιορτή της σοδειάς με το πέρας των σαράντα ημερών μετατρέπεται σε καταστροφή για τις καλλιέργειες με τη συνδρομή της ίδιας τους της «ναυαρχίδας». Με την Silvana σε limbo διαπιστώνοντας σταδιακά το κακό που έχει η ίδια προκαλέσει θα ολοκληρωθεί το δράμα στην τελική αναμέτρηση των τεσσάρων στα σφαγεία.

Ο Walter πυροβολείται από την απελπισμένη Silvana («ανταπόδοση» του μαστιγώματός της με βίτσα από αυτόν) και σα σφαχτάρι (αφηρημένη υλικότητα, δηλαδή, κάποιος συνεχώς προσανατολισμένος στην υλική ουσία των στόχων του, συμπεριλαμβανομένων και των γυναικών) ακινητοποιείται κρεμάμενος στον σιδερένιο γάντζο.

Η Ύβρις της Silvana είναι απέναντι στο συλλογικό κοινωνικό πλούτο (την σοδειά ρυζιού) και την εργασία που έχει καταβληθεί προκειμένου να συσσωρευτεί· και η αυτοκτονία της σηματοδοτεί την ένοχη της συνείδηση και αυτοεξορία της από το κοινωνικό σώμα. Κοινωνικό σώμα, το οποίο την «συγχωρεί» στην εξαίρετη τελική σκηνή με τις εργάτριες να καταθέτουν στη σωρό της μια φούχτα ρύζι από το μερίδιό της, καλύπτοντας τελικά και εξαγνίζοντας  το ατομικό σώμα.

Δυνατή ταινία με εξαίρετη φωτογραφία, κίνηση της κάμερας, ρητή θέση ως προς την κοινωνική ανισότητα και υποδειγματική σύνθεση νεορεαλισμού, νουάρ και αμερικανικού μελοδράματος.

Σπύρος Γάγγας, Απρίλιος 2017.

Featured Image: https://www.criterion.com/films/27805-bitter-rice

Text Image: http://www.bfi.org.uk/news-opinion/news-bfi/lists/five-iconic-italian-actresses

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s