Agelastos Petra (Filippos Koutsaftis, Greece, 2000)

Με το άφθονο συγκινησιακό φορτίο, σαν κι αυτό που κουβαλά στις πλάτες του ως Άτλαντας των «καταφρονεμένων» αρχαίων μαρμάρων ο «σαλός» Δημήτρης Φαρμάκης, να εξισορροπείται από τις χθόνιες μορφές των κατοίκων της Ελευσίνας και τις στωικές αφηγήσεις, το ντοκυμαντέρ-σταθμός, ως προς τα κινηματογραφικά δεδομένα της χώρας μας,  του Φίλιππου Κουτσαφτή κεντάει τις προσωπικές ιστορίες και τα αρχαία μνημεία σε εργόχειρο φιλοσοφίας της ιστορίας, από τους παιδικούς τάφους στα αγγεία μέχρι την σύγχρονη «αποκάλυψη» της ήττας των μεγάλων συμβόλων (το σφυροδρέπανο στο φουγάρο του σοβιετικού φορτηγού) και της απολογίας ενός Marlon Brando για την φιλική ως προς το περιβάλλον πολιτική του πετρελαϊκού κολοσσού.

Με μοχλό αφήγησης αρχικά τα κτερίσματα των ανασκαφών, τη λεπτοδουλειά των αρχαιολόγων και των συντηρητών και την μεταφυσική των Ελευσίνιων μυστηρίων, ο Κουτσαφτής αφουγκράζεται αυτά που ο ίδιος ο οικισμός φανερώνει και σαν συλλέκτης ο ίδιος, όχι μιας σύγχρονης αντικερί, αλλά ως «αρχαιολόγος-ρακοσυλλέκτης», ειδικός και συνάμα άσκοπα περιπλανώμενος (όχι δίχως όραμα αλλά σίγουρα δίχως προκατασκευασμένη θέαση των πραγμάτων), πλαισιώνει με αχνές εικόνες και απορητική αφήγηση του ιδίου το μυστήριο της μετάβασης μεταξύ των ιστορικών εποχών και της κοινωνικά, τρόπον τινά, «γεωλογικής» επικάλυψης μιας κοσμοεικόνας από μια άλλη με την πίστη όμως ότι κάτι διατηρείται αναλλοίωτο σε μορφές όπως ο Δημήτρης Φαρμάκης ή κτίσματα σαν κι αυτά με τα «αρχαία» αετώματα να χαμογελούν με ειρωνεία απευθυνόμενα προς την ίδια τους την εξαφάνιση κατά την κατεδάφιση του νεοκλασικού κτιρίου.

Οι καλλονές των billboards αναδεικνύονται σε simulacra, αυτοαναφορικές διαψεύσεις της θλιβερής πραγματικότητας των διυλιστηρίων, «μη-τόποι», όπως επισημαίνει ο Κουτσαφτής, με αποκορύφωμα την εικόνα ενός αρρενωπού νέου να περιστοιχίζεται από γυναίκες κάποιας αφρικανικής φυλής, «τέλεια» συμπύκνωση της αποικιοκρατικής  λογικής του κεφαλαίου, της φυλετικής διάκρισης όσο και αυτής του φύλου και, φυσικά, της χοάνης της εμπορευματοποίησης δίχως ιερό και όσιο, «υπενθύμιση»-προάγγελος στους κατοίκους της Ελευσίνας για τον τρόπο με τον οποίο, όπως ο άνδρας απολαμβάνει τον καπνό στο ρούφηγμα του τσιγάρου, θα «ρουφήξουν» τα εργοστάσια τα σώματα των εργαζόμενων αλλά και τελικά ολόκληρη την Ελευσίνα. (Η απτή επιβεβαίωση έρχεται με το εργατικό δυστύχημα της πυρκαγιάς στο διυλιστήριο της Petrola το 1992 και τον θάνατο 14 ανθρώπων.)

αγελαστος2

Αν εξαιρέσει κανείς την μικρή αστοχία της απόφασης να συμπεριληφθεί το διαφημιστικό σποτ γνωστής αλυσίδας ταχυφαγείου προκειμένου να τονιστεί ο χυδαίος ηδονισμός της εποχής μας απέναντι στην ταπεινότητα και την προκοπή των κατοίκων, η πλαισίωση του εκσυγχρονισμού γίνεται με υποδειγματική αίσθηση ευθύνης απέναντι στα πρόσωπα που έχουν βρει εργασία στη γνωστή αλυσίδα.

Από τις αφηγήσεις και τις ψηφίδες της ετοιμοθάνατης Ελευσίνας και της ζωοποιού μνήμης της, η οποία είτε μεταναστεύει στις ΗΠΑ όπως η αρχαία «κόρη» είτε γκρεμίζεται από τις μπουλντόζες όπως το πέτρινο πηγάδι, ο Κουτσαφτής κατασκευάζει την ταινία για τη λύτρωση του εαυτού του πάνω απ’όλα μέσα από το σιωπηλό δράμα της Ελευσίνας, όπως άλλωστε πράττει με τις μνήμες του ο κάθε άνθρωπος. «Φιλμ» μνήμης το οποίο, όπως μνημονεύει τον Χ.Βακαλόπουλο για τον Tarkovsky ο Κουτσαφτής, και τη ρήση του πρώτου ότι «ο μεγάλος κινηματογράφος παραμερίζει αυτά τα φιλμ και φτάνει στην ίδια τη ζωή», μεταφέρει κάτι από την νοσταλγία/μελαγχολία του ταρκοφσκικού οράματος, όπου η διαρκής υποχώρηση του «θαυμάζειν» (έτσι αξιοποιείται εδώ όχι μόνο ο αρχαίος πλούτος η το εκκλησάκι της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας αλλά και η αγάπη του φύλακα των αρχαιοτήτων για τα φυτά και τα φιδάκια της περιοχής του) απέναντι στον Τεχνολογικό Τιτανισμό της μετα-Ιστορίας και του καδραρίσματος του «προσώπου» μέσα από τη στολή του ταχυφαγείου· πρόσωπα την αξιοπρέπεια των οποίων διασώζει το «συνεχές» της αιωνιότητας που συνενώνει «κόρες» και «κούρους», τη μικρή Αργυρώ, τον Δημήτρη Φαρμάκη, τη γυναίκα με τα κουπιά και την ίδια την Ελευσίνα κάτω από το καταληκτικό «συγγνώμη» της αργοπορημένης παρέμβασης αλλά και της αδιαφορίας του βλέμματος από τον ίδιο τον ντοκυμαντερίστα-πιστό, όπως η άρνηση του Ιησού από τον αγαπημένο του μαθητή Πέτρο μπροστά στον θάνατο.

Η απόκοσμη ηλεκτρονική μουσική επένδυση του Κωνσταντίνου Βήτα συναντά την απώλεια σε όλες τις εκφάνσεις της σε αντίθεση με την ανάταση ενός Bach και Boccherini στα παγανιστικά κατάλοιπα των εθίμων της φωτιάς που αναβιώνουν, ατίθαση επιμονή της «βέβηλης» ιερότητας της κοινότητας-εκκλησίας απέναντι στην «ουτοπία» του εκσυγχρονισμού σε αυτό το ντοκυμαντέρ-κειμήλιο του Φίλιππου Κουτσαφτή.

Σπύρος Γάγγας, Μάιος 2017.

Featured Image: http://www.athinorama.gr/cinema/movie/agelastos_petra-1006370.html

Text Image: https://www.youtube.com/watch?v=r9Krzh-fqFM

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s