Naked (Mike Leigh, Great Britain, 1993)

Ποτέ άλλοτε δεν έχει αποδοθεί πιο καυστικά, φλεγματικά και βασανιστικά η αστεακή αλλοτρίωση μέσα από την ηθική γύμνια των κοινωνικών σχέσεων και ίσως ποτέ άλλοτε η Βρετανία δεν απεικονίστηκε στο πανί τόσο ευάλωτη και μωλωπισμένη από τη θατσερική της οδύσσεια, όπου οι «πολίτες» της περιφέρονται σαν κουφάρια στη μεγαλούπολη, βιώνοντας την κάθε επαφή μέσα από την παρακαταθήκη του φονταμενταλιστικού νεοφιλελεύθερου δόγματος: «δεν υπάρχει κοινωνία· υπάρχουν μόνο άτομα με τις οικογένειές τους». Το να μην υπάρχει «κοινωνία» όμως σημαίνει αυτομάτως ότι δεν υπάρχουν ούτε «άτομα» με αξιώσεις αυτοεκτίμησης και αυτοπραγμάτωσης και φυσικά ούτε οικογένειες σε ένα στείρο και τύποις μόνο κοινωνικό περίγυρο.

Στο εξατομικευμένο σύμπαν λοιπόν μιας μουντής και σκοτεινής Αγγλίας εμφανίζεται σαν έκπτωτος άγγελος ο Johnny (σε μια ερμηνεία που συνταράσσει ο ταλαντούχος αλλά μετέπειτα «χαραμισμένος» David Thewlis) στο σπίτι της πρώην φιλενάδας του Louise. Έχοντας δραπετεύσει από το Manchester για να αποφύγει τον ξυλοδαρμό από τον φίλο μιας γυναίκας που βίασε, ο βιβλιοφάγος Johnny, με την Βίβλο παραμάσχαλα, διεισδύει στη ζωή των Louise και Sophie (η σπουδαία Katrin Cartlidge που χάθηκε πρόωρα) και με τιμωρητικό κυνισμό εκμαιεύει, μέσω της σωκρατικής διαλεκτικής, αλλά με αντεστραμμένη αξιακή κατεύθυνση, την ξηρασία των χαρακτήρων, αποτυπωμένη στις αντιφάσεις στις οποίες υποπίπτουν, στην παντελή έλλειψη ελπίδας και στόχων και στη μορφωτική πενία που διακρίνει όσους τον περιστοιχίζουν –κυρίως γυναίκες. Κι όταν το διάβασμα υπάρχει ως προϋπόθεση, όπως στις χειμαρρώδεις σκηνές με τον υπάλληλο ιδιωτικής ασφάλειας Brian, τότε ο Johnny φροντίζει να ρημάξει με φρενήρη επιχειρήματα την ανορθολογική ελπίδα του φτωχού Brian ότι το βαρετό επάγγελμά του, η εγκατάλειψή του από την σύζυγό του και η μοναχική του ύπαρξη διατηρούν κάποιο νόημα σε μια υπερβατική κοσμολογία –τυπική της New Age εποχής που χάραζε.

Σε παράλληλη αφήγηση γινόμαστε μάρτυρες της κύριας αιτίας όξυνσης των ανισοτήτων και του πραγματικού κυνισμού αυτή τη φορά (ο κυνισμός του Johnny είναι αμάλγαμα του αρχαίου φιλοσοφικού κυνισμού, καθώς αυτός έλκεται από πνευματικές αξίες, και του σύγχρονου κυνισμού που προκύπτει από την πικρή διαπίστωση ότι οι ευγενείς αξίες έχουν κι αυτές, ως μη όφειλαν, την «τιμή» του στην αγορά) στην σαδιστική περσόνα του Jeremy, ενός golden boy του City, βυθισμένου στην ηδονισμό.

Μέχρι να ανταμώσουν οι τροχιές τους στο big bang που θα ακολουθήσει θα μεσολαβήσει η επαφή του Johnny με τα σπλάχνα της κοινωνίας: τα δύο κορίτσια στο διαμέρισμα, το ζεύγος των άστεγων νεαρών σκωτσέζων Archie και Maggie, της πειθήνιας γκαρσόνας στο καφέ με το «βρώμικο» αγγλικό πρωινό, της παρηκμασμένης πενηντάρας που χορεύει κάθε βράδυ δίπλα στο παράθυρο. Ο Mike Leigh πικάρει διαρκώς και δε χαρίζεται ούτε στα ιδεολογικά «σκευάσματα» που καλούνται να ορθώσουν ανάστημα στην Αποκάλυψη που συντελείται. Τόσο ο φεμινισμός όσο και η gay κουλτούρα αποτελούν παιχνιδάκια στις λέξεις των Jeremy και Johnny που τσακίζουν κόκκαλα.

naked-david-thewlis-and-lesley-sharp1

Ωστόσο, ο Leigh δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με τον Johnny παρά τη σαφή αξιακή διάκριση από τον Jeremy. Ιδιαίτερη σημασία λοιπόν έχει το γεγονός ότι πίσω από τον υποτιθέμενο και προβοκατόρικο μισογυνισμό της ταινίας κρύβεται μια σκληρή κριτική της καταπίεσης των ανδρών από τον φαλλοκεντρικό και ταξικά κωδικοποιημένο Λόγο που βασιλεύει στη Γηραιά Αλβιόνα –«εικονική» μετωνυμία της ο σοφέρ της Rolls Royce που συγχέει τον λέτσο Johnny με τον κυριλέ εκμισθωτή της λιμουζίνας. Η βία του Johnny, ειδικά προς την Sophie με την οποία θα κοιμηθεί, αποτελεί άμυνα απέναντί της, καθώς και εκείνη ως αδύναμη (δυνατή όμως στο παρελθόν, καθώς έβγαινε με κάποιο φιλόσοφο από το Παρίσι) «βλέπει» πέρα από την ανδρική μάσκα-άμυνα. Το «σ’ αγαπώ Johnny, διότι σε ξέρω» δεν αφορά τη διάρκεια της σχέσης τους (μόλις μια-δύο μέρες) αλλά την ταύτιση μέσω της έλξης του Johnny στα γυναικεία του χαρακτηριστικά που του ασκεί η Sophie, τα οποία μανιασμένα και με δική του δυστυχία κρύβει. Παρόμοιο στραπατσάρισμα θα υποστεί ο Johnny και από τον Brian με το πατερναλιστικό αλλά και προφητικά σοφό «μη χαραμίζεις τη ζωή σου» που απονευρώνει στιγμιαία τα αντανακλαστικά του «λύκου» της αστεακής «στέπας».

Η ραχοκοκαλιά της ταινίας είναι η χυδαία ερμηνεία της εξελικτικής διαδικασίας: από τον σκελετό στον τοίχο της νοσοκόμας Sandra, την απορία του Johnny για την απουσία «πνευματικής» ύπαρξης του Archie ή την επαφή με τον αφισοκολλητή των Megadeath και Therapy? μέχρι τον ξυλοδαρμό του Johnny από τα εφηβικά αγρίμια που κυκλοφορούν στα σοκάκια -συσσωρευμένη οργή που αναδύεται από τους υπόνομους σε ατμόσφαιρα Dickens.

Ο Leigh συνδυάζει αριστουργηματικά τα κοντινά πλάνα στους υπέροχους συντελεστές (έξοχη η Lesley Sharp ως Louise) με τη νυχτερινή κινηματογράφηση του Λονδίνου και το χρώμα που δειλά ξεπροβάλλει σε δραματικές πινελιές στον γκρίζο φόντο. Παραδίδει επίσης αριστουργηματικής δεξιοτεχνίας πλάνο-σεκάνς στη σκηνή όπου η κάμερα με ένα ανεπαίσθητο πανοραμίκ συλλαμβάνει τον Johnny σαν θηρίο στο κλουβί χωρίζοντας το κάδρο (μοντάζ εντός του κάδρου) στο σαλονάκι και την απεριποίητη κουζίνα και τον βέβηλο «Ιησού» (το σπίτι αλά «Ψυχώ» των κοριτσιών βρίσκεται στο νούμερο 33) να φιλά στο στόμα τις δύο γυναίκες (όπως όταν κάπνιζε δύο τσιγάρα) πριν ξεχυθεί στο νυχτερινό Λονδίνο.

Η συμφιλίωση στο τέλος πρόσκαιρη. Το χρήμα και ο αυτοτιμωρητικός κυνισμός του Johnny στο βαθμό της αυτοεκπληρούμενης προφητείας (εξουθενωτικά εκδικητική η κριτική πολιτισμού στις οργισμένες του διαμαρτυρίες) θα τον ξεράσουν στο δρόμο όπου χωλαίνοντας θα εμφανίσει το τικ του «πρωτόγονου» Archie και θα επιβεβαιώσει έτσι το δράμα της ανθρώπινης υπόστασης όταν αυτή ειδωθεί από την κοινωνία ως αποκλειστικό σύστημα προσαρμογής σε τυχαίους παράγοντες του περιβάλλοντος –το τελευταίο ήδη πολιτικά διαμεσολαβημένο.

Το εκπληκτικό μουσικό μοτίβο του Andrew Dickson αντηχεί σαν καταστάλαγμα ζωτικής ικμάδας που είναι βέβαιο ότι θα διαρκέσει λίγο πριν ο όποιος φορέας της βυθιστεί στη νεκρική βαρεμάρα που κατοικοεδρεύει σαν καταχνιά στην εξατομικευμένη Εποχή.

«Γυμνός» από δεσμευτικές αξίες (αν και εμμέσως τις προσδοκά) και αποθαρρυμένος από την άγνοια των άλλων, ο Johnny του Mike Leigh χάραξε πορεία προς την εσχατολογία της μετανεωτερικής ισοπέδωσης των «ειδώλων» σε αυτό το σπουδαιότερο ίσως αριστούργημα της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα.

Σπύρος Γάγγας, Ιούνιος 2017.

Featured Image: http://www.avclub.com/article/inakedi-is-mike-leighs-nastiest-movieand-maybe-his-105186

Text Image: https://www.jonathanrosenbaum.net/2017/06/adrift-in-the-wasteland/

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s