Fargo (Joel Cohen, USA/Great Britain, 1996)

Μαζί με την αχανή και αχαρτογράφητη έκταση λευκού στις πεδιάδες της Μινεσότα, οι αδελφοί Cohen αφουγκράζονται την ασημαντότητα του «τίποτα», εφόσον το όποιο περιεχόμενο στα γλωσσικά ενεργήματα των χαρακτήρων της επαρχιακής πόλης λαμβάνει τη μορφή της μη ευφράδειας και ναι μεν συγκροτεί «κάτι», αφού έχει διυποκειμενικό νόημα, ωστόσο, το «κάτι» έλκεται προς το «τίποτα», από την αδράνεια της επαρχιώτικης επανάληψης και της αυτοαναφορικής υπογράμμισης του ερεθίσματος που προβιβάζεται σε αξιοπρόσεκτο γεγονός, άρα σε «κάτι» άξιο περιεχομένου. Αλλιώς πως θα δικαιολογούνταν η ανακάλυψη δολοφονημένων εν ψυχρώ ανθρώπων με χαμόγελο και καφέ στο χέρι από την αστυνομικό Marge και τον υφιστάμενό της ή η πως θα λειτουργούσε ως απόθεμα ενστίκτου αυτοσυντήρησης η χρήση της σύμβασης του «τίποτα» με τη μορφή της στρεψοδικίας στις αξιοθρήνητα ξεκαρδιστικές υπεκφυγές του «ευνουχισμένου» πωλητή αυτοκινήτων;

Ο πωλητής αυτοκινήτων λοιπόν Jerry Lundegaard (ερμηνεία ζωής του William Macy) προσλαμβάνει δύο ερπετοειδείς εγκληματίες (o «funny lookin’» Buscemi και ο αποχαυνωμένος Stormare), προκειμένου αυτοί να απαγάγουν την σύζυγό του και ο ίδιος να καρπωθεί τα λύτρα που θα προσφέρει ο πλούσιος πατέρας της, έτσι ώστε να αυτονομηθεί οικονομικά, επενδύοντας σε έναν μεγάλο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Όταν το σχέδιο στραβώνει επειδή οι κακοποιοί, έχοντας εκπληρώσει (με ιδιαίτερο ερασιτεχνισμό) την αποστολή τους, σκοτώνουν έναν αστυνομικό και δύο πολίτες, αναλαμβάνει η αστυνομία του Fargo με επικεφαλής την εγκυμονούσα Marge (ίσως η καλύτερη Frances McDormand) να εξιχνιάσει το έγκλημα, πριν επιχειρηθούν «διορθωτικές» κινήσεις από τον πατέρα της απαχθείσας, τον Jerry, τον Ινδιάνο μηχανικό αυτοκινήτων, τους διχασμένους πια κακοποιούς -όλες κωμικοτραγικές απορρυθμίσεις του ίδιου του Κακού.

fargo5

Οι αφασικοί διάλογοι με κύριο μοτίβο την επαναλαμβανόμενη κατάφαση-ερώτηση «yeah», λειτουργούν εντός της συμβατικής κινηματογραφικής φόρμας ως τεχνική αποστασιοποίησης, ως συμπαθητική ματιά σε κάποια εξωτική φυλή, αλλά φαίνεται, επίσης, να λειτουργούν και ως σένσορες της διυποκειμενικής σχέσης αναγνώρισης, «κλείνοντας» μέσω της «αφηρημένης» κατάφασης άλλες στρόφιγγες νοήματος και σμικρύνοντας την αίσθηση ότι κάποιος «μετράει» σε αυτήν την κοινότητα. Η εντύπωση αυτή δεν είναι τυχαία· διακρίνεται στην πρώτη ρήξη μεταξύ των κακοποιών και στην άρση της αμοιβαιότητας που διακρίνει τον διάλογο ως ενοποιητική διαδικασία του σχετίζεσθαι αλλά και στην διαρκή απόπειρα του «μηδενικού» Jerry να εκφραστεί απέναντι στο πατριαρχικό-επιχειρηματικό κατεστημένο, πριν μετατραπεί σε «σερβομηχανισμό» του ομιχλώδους οράματός του (φανταστική η σεκάνς καθαρισμού των τζαμιών του Sierra από τον νευρικά κλονισμένο Jerry στο χιονισμένο simulacrum του πάρκινγκ, του μη-τόπου στον οποίο επιθυμεί να «κατοικίσει».)

Πέρα από τον διάχυτο πριμιτιβισμό της γλώσσας, συναντώνται και οι απλανείς ματιές όταν ο ένας εκ των κακοποιών κοιτά από το τζάμι επίμονα για τη θέση του θύματος δίχως να αντιλαμβάνεται ότι το βλακώδες βλέμμα του θύματος έχει κερώσει από φόβο και απορία, απορία την οποία και ο ίδιος έχει, καθώς και ο συνάδελφός του, για τους λόγους που οδήγησαν την εκτροπή του σχεδίου από την αρχική εκδοχή του.

Η δηκτική σκηνή όπου ο αστυνομικός και ο κάτοικος «επικοινωνούν» μέσα από τη χοάνη του κουκούλας στα πανωφόρια τους εκφράζει και την ουσία του επικοινωνιακού «κενού» που διαπερνά το Fargo. Ως «κουκούλες» οι φιγούρες μετατρέπονται σε εικονικά σημαινόμενα, στοματικές κοιλότητες που καταπίνουν την «γλώσσα»: όπως ο αχνός που αναδύεται λόγω του ψύχους, έτσι και η σημασία των λιγοστών λέξεων αρκεί στο βαθμό που επιβάλλει η αφηρημένη τους συνάρτηση με τον συλλογικό τρόπο ζωής, έτσι ώστε να εκμαιεύσει ο κατάλληλος φορέας εξουσίας, δίχως μετάβαση σε άλλο discours, την αλήθεια για τους συνεργούς στο έγκλημα.

Κι αν η ισοπέδωση των γλωσσικών ενεργημάτων δημιουργεί την εντύπωση της ολοκληρωτικής αποχαύνωσης, αυτή η εντύπωση θα πρέπει να μετριαστεί από την εμμενή αντιστροφή της, ιδιαίτερα στην έξοχη σκηνή πρωινού ξυπνήματος της Marge και του Norm, με την επανάληψη της φράσης από τον Norm «θα σου φτιάξω αυγά» να σταθεροποιείται κανονιστικά με την συγκαταβατική και αγαπητική εκφορά “Norm” (κανόνας) της Marge. O φεμινισμός των Cohen εδώ έχει διανύσει μίλια μπροστά, με την έγκυο και με βάδισμα πάπιας Marge να «τακτοποιεί» μόνη της τους εγκληματίες αλλά και να χρειάζεται τη βοήθεια του άνδρα της, προκειμένου να πάρει μπρος το περιπολικό της. Οι αγριόπαπιες λοιπόν που ζωγραφίζει ο Norm ναι μεν δεν του διασφαλίζουν τη φιλοξενία των καλλιτεχνικών δεξιοτήτων του στο τοπικό γραμματόσημο με την μεγαλύτερη χρηματική αξία, αλλά σίγουρα «μετράνε» για την κοινωνία στο ταπεινό γραμματόσημο των τριών σεντς, όπως «μετρά» με μεγάλο πολλαπλασιαστή αυτό το ευφυές κινηματογραφικό εγχειρίδιο παραδοξότητας της «αληθινής ιστορίας» που ανακοινώνεται στους τίτλους έναρξης…

Σπύρος Γάγγας, Ιούλιος 2017.

Featured Image: https://inews.co.uk/essentials/culture/film/oscar-winning-films-netflix/

Text Image: http://www.circleofconfusion.com/movie/fargo/#.WWKWuWhRW1s

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s