Cinema Paradiso (Giuseppe Tornatore, Italy/France, 1988)

Δικαίως ανήκει στον βασίλειο της κινηματογραφικής καρδιάς, παρά την συμβατική του φόρμα, το «Σινεμά ο Παράδεισος», απαλλαγμένο από κάθε ενοχή, τιμά την κινηματογραφική αίθουσα ως θεσμό της κοινότητας και τον κινηματογράφο όπως τον γνωρίζαμε πριν την ολοκληρωτική υπαγωγή του στην κοινωνία του θεάματος.

Στη δεκαετία του 50 στο χωριό Giancaldo της Σικελίας ο μικρός Toto (στη νεορεαλιστική παράδοση ο θαυμάσιος Salvatore Cascio) κολλάει σα βδέλλα στον Alfredo (Philippe Noiret), τον χειριστή της μηχανής προβολής του μοναδικού σινεμά στην περιοχή, και σιγά σιγά μαθαίνει την τέχνη παρά τις συνεχείς αταξίες και την απόγνωση της μητέρας του. Με το πλούσιο ρεπερτόριο της εποχής (Renoir, Ford, Visconti, Chaplin) να μαγνητίζει το κοινό ο μικρός Toto σκαρφίζεται τα πάντα προκειμένου να εξοικονομήσει όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο στο θάλαμο προβολής και πρόσβαση στις ζελατίνες κομμένου φιλμ που του φυλάει ο Alfredo, ο οποίος απομυθοποιεί ταυτόχρονα τη δουλειά του τεχνικού προβολής. Με την υπερθέρμανση της μπομπίνας κατά τη θερινή προβολή στην πλατεία και την τύφλωση του Alfredo, ο εκπαιδευμένος πλέον Toto αναλαμβάνει χρέη τεχνικού στο ανακαινισμένο πλέον σινεμά «Ο Παράδεισος».

Η παραδεισένια εποχή του σινεμά ήταν αυτή όπου η κινηματογραφική αίθουσα υπηρετούσε πολλαπλές κοινωνικές λειτουργίες. Πρώτα απ’ όλα ως εκκοσμικευμένη «εκκλησία» (δεν θα πρέπει να μας ξεγελάσει η λογοκρισία του ιερέα στις τολμηρές σκηνές) όπου στο ναό αποκαλύπτονται τα θαύματα αυτού του κόσμου, έστω και στην υπό διάθλαση μετατροπή τους σε μεγεθυμένες αναπαραστάσεις της επιθυμίας, αλλά, επίσης, εκεί όπου σφυρηλατούνται κοινωνικοί δεσμοί, ιεραρχικοί (άλλωστε ο εξώστης έχει εδώ τούτη τη λειτουργία) αλλά έπειτα και οριζόντιοι αφού όλοι μετέχουν επί ίσοις όροις στην μοντέρνα μυθολογία της σκοτεινής αίθουσας. Το φλερτ, ο αυνανισμός της πιτσιρικαρίας μπρος τα πλούσια κάλλη των ιταλίδων και αμερικανίδων στάρ της εποχής, η σιωπηλή διαμόρφωση της «αλληλεγγύης» με τους carabinieri, η πολιτική αντιπαράθεση, η κάθαρση της πλατείας τα μεσάνυχτα από τον σαλό του χωριού –το μόνο πράγμα που του «ανήκει»- μέχρι την επόμενη συνάθροιση και μετοχή στο «παράθυρο» στον κόσμο που ανοίγει η κινηματογραφική προβολή, υπηρετούν την φωνακλάδικη μεν τελετουργία νομιμοποιημένης μύησης στο φαντασιακό, διασφαλίζουν, ωστόσο, μια αίσθηση κυκλικότητας και ασφάλειας του κοινωνικού δεσμού.

cinemapadso4

Με την άρνηση του πατέρα-τραπεζίτη της Elena να επισημοποιήσει την σχέση της με τον νεαρό πια Salvatore συντελείται και η σταδιακή αντικατάσταση του αγνού «κοινωνείν» από τη λογική της «τράπεζας», την αντικατάσταση του σινεμά με χώρο στάθμευσης στην καταπατημένη από οχήματα κωμόπολη και, κατά συνέπεια, για εμάς σήμερα, η κυριαρχία των «McΣινεμά», του τεχνολογικά άρτιου σερβιρίσματος του θεάματος-εμπορεύματος, των πλαστικοποιημένων ηθοποιών και κινηματογραφικών αιθουσών, καθώς και των ιλουστρασιόν τελετών απονομής βραβείων…

Ο νεαρός τότε Tornatore δεν λησμόνησε όμως τη διδαχή των δασκάλων. Υπάρχουν ψήγματα της μεγάλης τέχνης από την οποία θήλασε, με κάποια μεγαλοπρεπή πανοραμίκ που αντλούν από τους αδελφούς Τaviani, με την υπέροχη αναφορά στο «Πριν την Επανάσταση» του Bertolucci στην σκηνή γνωριμίας του νεαρού Salvatore με την μεγαλοαστή Elena (όπως η αντίστοιχη του Fabrizio με την [και ταξικά] εκθαμβωτική Clelia στην σπουδαία ταινία του 1964) ή ακόμα και με τον ιδανικά επιλεγμένο Jacques Perrin (ιδιαίτερα αγαπητό στο ιταλικό ρεπερτόριο) στο ρόλο του καταξιωμένου πλέον σκηνοθέτη Salvatore, όπου επιστρέφει μετά από τριάντα χρόνια, έχοντας «σωθεί» από την προτροπή του «διασωθέντος» από τον ίδιο, Alfredo, κατά την πυρκαγιά στο σινεμά.

Στο τελευταίο 25λεπτο, η πένθιμη λύτρωση της ταινίας απογειώνεται σε στιγμές που ποτέ άλλοτε ίσως δεν έχει τιμηθεί με τόση ειλικρίνεια το συναισθηματικό σφιχταγκάλιασμα του θεατή με το σινεμά.  Δεν πρόκειται μόνο για την ευεξία της στιγμιαίας δραπέτευσης από την σκληρή πραγματικότητα, αλλά, μάλλον, για την αίσθηση πληρότητας που αναδύεται από τη βιωματική σχέση, εδώ στην πιο ψυχαναλυτική επικύρωσή της: του μοναχικού θεατή που αντικρίζει, όχι μόνο το δώρο του μέντορα αλλά και «πατέρα» (τον πραγματικό τον έχασε στο ρωσικό μέτωπο), ούτε την μετουσίωση του χαμένου έρωτα του, αλλά το ίδιο το απόσταγμα ζωής στο περιεχόμενο του φιλμ (τα κινηματογραφικά φιλιά, τα οποία είχε λογοκρίνει ο πάτερ Alfisio και περιέσωσε ο Alfredo), με το περιεχόμενο όμως να «δακρύζει», όπως τα «νερά» της οθόνης, στην διαπίστωση του τέλους εποχής και του δικού μας ρόλου ζωής που αποτυπώθηκε στην μνήμη ως ένα από τα δεκάδες φιλιά κάποιου καλοκαιριού…

Σπύρος Γάγγας, Ιούλιος 2017.

Featured Image: http://www.imdb.com/title/tt0095765/

Text Image: http://www.cineoutsider.com/reviews/bluray/c/cinema_paradiso_br.html

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s